Jun 21, 2024

Ξενοδοχείο Ελβετία

«Ο άνθρωπος δεν ζει μία και μοναδική ζωή. Ζει πολλές ζωές, τη μία μετά την άλλη, και αυτή είναι η αιτία της δυστυχίας του»*



Και εγώ ήδη ζούσα ξανά θραύσματα μιας μακρινής ζωής. Τα θραύσματα είναι οδυνηρά κάποιες φορές όπως κάθε τι αιχμηρό, όταν το άγγιζα με λάθος τρόπο. Μεταφέρουν την παλιά ζωή κομμένη σε πολλούς μικρούς καθρέφτες. Το γυαλί αντανακλά το μακρινό παιδικό βλέμμα και τις μυστηριώδεις εικόνες της ξένης πόλης. Η μυρωδιά του κατεργασμένου δέρματος έφτανε εύκολα στο χαμηλό μπαλκόνι του ξενοδοχείου. Τύλιγε όλο το δρόμο σαν προστατευτική ανάσα και έμπαινε σε κάθε άνοιγμα της πόρτας, απότομα στα ρουθούνια, τραβώντας μέσα της όλο το αδύναμο σώμα μου. Το ξύλινο παραθυρόφυλλο έτριζε στον παραμικρό αέρα, πίσω από την πλάτη μου και ευγενείς πελάτες που χαιρετούσαν ο ένας τον άλλον με νεύματα, μπαινόβγαιναν από το απέναντι εστιατόριο.


Υπνωτισμένος κολλούσα το μικρό μου πρόσωπο στα κάγκελα με τις στριφογυριστές παραστάσεις προσπαθώντας επίμονα να σκεφτώ σε ποιο μακρινό ταξίδι θα μπορούσα να πάρω μαζί μου τις βαλίτσες εξαφανίζοντάς τις για πάντα ή πως θα μπορούσα να μαντέψω καλύτερα την πιο κρυφή, την πιο μύχια σκέψη κάθε ανθρώπου που έστρωνε προσεχτικά τα ρούχα με το χέρι του πριν μπει στο Ελληνικόν ή όταν έβγαινε.. Η οσμή της κόλλας από το εσωτερικό ταρτάν ύφασμα που έντυνε τις βαλίτσες, ο θόρυβος από τα μηχανήματα, οι μοντέρνες ζώνες που τυλίγονταν σαν μαλακές γλώσσες γύρω από τα σώματά τους, ο ηλικιωμένος ιδιοκτήτης που πηγαινοερχόταν ακατάπαυστα, ελέγχοντας την παραγωγή και το χαμόγελο που μου χάρισε ένα απόγευμα , καθώς στάθηκε στην είσοδο του καταστήματος, ανοίγοντας το πακέτο με τα τσιγάρα. Μπήκα στο δωμάτιο γρήγορα, αναποφάσιστος αν θα έπρεπε να κλάψω από ντροπή επειδή είχα συλληφθεί να κρυφοκοιτώ ή να γελάσω μυστικά ικανοποιημένος που είχα επιτέλους δεχτεί το πρώτο χαμόγελο στην πόλη της μητέρας μου. Εφόσον είχε αποφασίσει να μείνει εκεί, έστω ως ασθενής, αυτή ήταν επίσημα πλέον η πόλη της κι εγώ ο μικρός επισκέπτης στον ασθενικό κόσμο της.


Καθόταν με γυρισμένη την πλάτη προς τους θορύβους του δρόμου. Είχε το μελαχροινό κεφάλι της ακουμπισμένο μες στην παλάμη της και με το δεξί χέρι γυρνούσε αργά τις ραγισμένες σελίδες ενός παμπάλαιου φυτολόγιου, τόσο γεμάτου από αποξηραμένα λουλούδια και παλιά κλαράκια που έδειχνε έτοιμο να εκραγεί, αφήνοντας τα στεγνά του άνθη να ξεχυθούν σαν άγριες πεταλούδες στο πάτωμα.. Στο εξώφυλλο με καλλιγραφικά γράμματα αναγράφονταν το όνομα του πατέρα της και στο εσώφυλλο υπήρχε η αφιερωση στην αγαπημένη του κόρη. Η μητέρα μου το κουβαλούσε πάντα μαζί της. Τις στιγμές που έφευγε από το σπίτι, είχα την οδυνηρή αίσθηση πως εκείνο το σχεδόν διαλυμένο τετράδιο μού έλειπε περισσότερο από εκείνη. Ανοιγόκλεινα συνεχώς το συρτάρι της τουαλέττας της ελπίζοντας πως ξαφνικα οι σελίδες με τα διάφανα ραγισμένα επικαλύμματα φύλλων και οι ξινόγλυκες μυρωδιές πατημένων τριαντάφυλλων και ισχνών κινέζικων γαρύφαλλων θα εμφανίζονταν στη θέση τους, δίχως να την έχουν ακολουθήσει στριμωγμένα σε μια βαλίτσα στα συχνά ταξίδια της, κάνοντας τον ύπνο μου να τρίζει σα διάφανο χαρτί.


Δεν θα μπορούσα να βρω οποιαδήποτε γυναίκα για να πείσω τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου να με αφήσει να ξαναδώ το δωμάτιο. Τα χρήματα βοηθούν πάντα. Είχα ζητήσει τη βοήθεια της Ελισσαβέτε κι εκείνη δέχτηκε. Δεν αμφέβαλα ούτε για ένα λεπτό πως θα δεχόταν. Ανεβήκαμε μαζί ως ζευγάρι τα σκαλιά και η αμήχανη σιωπή γίνονταν συνεχώς πιο αμήχανη ανάμεσα στις βαριές μυρωδιές που σαν κισσός έπνιγαν κάθε βήμα ως την τελική άνοδο στον πρώτο όροφο. Αντρικά και γυναικεία υγρά πότιζαν κάθε χιλιοστό του τοίχου, το στρώμα έπλεε μέσα τους, τα λιγοστά έπιπλα, προσπαθούσαν να αναπνεύσουν, έξω απ’ τον ανθρώπινο ιδρώτα που έρρεε παντού. Μπορούσα να τον φανταστώ, να τον οσμιστώ, τον έβλεπα. Η Ελισσαβέτε τρομαγμένη ή αηδιασμένη μού έσφιξε το μπράτσο μα δεν έδωσα σημασία. Έφτασα στο κεφαλόσκαλο και σταμάτησα αναποφάσιστος. Σπρώχνοντας ελαφρά την πόρτα του δωματίου, πρόλαβα να δω το μελαχροινό κεφάλι γυρτό ευλαβικά στο πλάι και το φυτολόγιο κλειστό σαν ευαγγέλιο κάτω από τα χέρια . Η εικόνα ήταν φευγαλέα κι εγώ ξαφνιασμένος, ανίκανος να ανιχνεύσω γρήγορα την αληθινή φωλιά της, αισθάνθηκα στο στήθος μου το φτερούγισμα της γρήγορης κίνησης που την είχε πάρει κιόλας μακριά κι ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο στις παλάμες.


Δε θυμόμουν ακριβώς την επίπλωση. Ίσως και τότε να ήταν τόσο φριχτή, ίσως και τότε τα έπιπλα να ήταν γεμάτα με τόσους πολλούς ρόζους, μπορεί και τότε τα δάχτυλα να κολλούσαν στις ραγισματιές τους. Ή μπορεί το διπλό κρεβάτι με τα παράταιρα κομοδίνα να έλαμπαν καινούρια αφήνοντας το ξύλο τους να ευωδιάσει απαλό λούστρο και το αγγιγμά τους να είναι λείο σαν γλυκό νερό. Τη θυμάμαι να δένει τα μαλλιά της με μια κορδέλα μπροστά από τον καθρέφτη του μπάνιου. Έριχνα κλεφτές ματιές καθώς περίμενα υπομονετικά να φύγουμε μαζί για το νοσοκομείο. Ίσως ο θάνατος να είναι πάντα αυτή η εικόνα, μια γυναίκα που χαμογελά γλυκά κι αδύναμα καθώς χτενίζει τα μαλλιά της.


Το μόνο που φαινόταν ίδιο ήταν το χρώμα που τύλιγε την κρεβατόκαμαρα. Ένα απαλό γκρι ξεκινούσε από τις γωνίες των τοίχων σκεπάζοντας σαν ελαφρύ πέπλο το φως και λεπτές βιολετιές αντανακλάσεις σκιών είχαν θολώσει τα βλέφαρα μου στον πρώτο μου ύπνο εκεί. Ζήτησα από την Ελισσαβέτε να στρώσει πρώτα το στρώμα με τα καθαρά σεντόνια. Ξάπλωσα με τα ρούχα μου. Έβγαλα μόνο τα παπούτσια μου και της ζήτησα να κάνει το ίδιο. Τα προσωπά μας αντικρυστά το ένα στο άλλο, της χαμογέλασα και μού ανταπέδωσε ντροπαλά, όμως ήξερα πως δεν ήταν καθόλου ντροπαλή. Χώθηκα στην αγκαλιά της, βυθίζοντας το προσωπό μου στη βάση του λαιμού της. «Κλείσε τα μάτια σου» μουρμούρισε. Ο παλμός του δωματίου ακούστηκε ξεκάθαρος, το ίδιο λαμπερός και δυνατός με τότε, ακριβώς ο παλμός που άκουγα χωμένος στην αγκαλιά της μητέρας μου.


*ρήση του Σατωμπριάν


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικο Το Δέντρο, στο αφιέρωμα οι πολλαπλές εκδοχές μιας ιστορίας.

Οι αγριόπαπιες

 Πολλά βράδια δεν είχε ύπνο.

Ξυπνούσε στη μέση της νύχτας και δυσκολεύονταν να ξανακοιμηθεί. Σηκώνονταν για να πιει λίγο γάλα ή να βγει στη βεράντα τυλιγμένη στην κουβέρτα της. Ένα από αυτά τα βράδια την είδε. Η Ουλρίκε, η Γερμανίδα γειτόνισσα, που έμενε στο απέναντι σπίτι με τον άντρα της. Η Ουλρίκε δούλευε σε μια τράπεζα για χρόνια, ήταν λιγομίλητη και απόμακρη και κάθε πρωί πήγαινε στη δουλειά της με ένα παλιό μαύρο ποδήλατο. Ψηλόλιγνη, με καστανά μαλλιά, πάντα πιασμένα σε κότσο, απροσδιόριστης ηλικίας. Κάθε Πέμπτη παραλάμβανε από το ταχυδρομείο πακέτα με βιβλία τα οποία άνοιγε γονατιστή στο κατώφλι της πόρτας της. Είχε έναν μικρό κήπο με μισομαραμένα λουλούδια που ξεχνούσε να ποτίσει. Συνήθως την χαιρετούσε με ένα μικρό νεύμα κάθε φορά που την έβλεπε.  Αυτά ήταν όλα όσα γνώριζε για εκείνη.

Εκείνο το βράδυ η ζέστη την ταλαιπωρούσε, και αφού στριφογύρισε στο κρεβάτι για λίγα λεπτά δίχως αποτέλεσμα αποφάσισε  να βρει λίγο αέρα στο μπαλκόνι της κουζίνας. Καθόταν εκεί για λίγα λεπτά όταν αντιλήφθηκε τη φιγούρα της Ουλρίκε να στέκεται ακίνητη πάνω στη σκεπή του σπιτιού της σαν αλλόκοτο πτηνό. Το δεξί της πόδι ήταν τεντωμένο ελαφρά προς τα πίσω ενδεικτικό ανυπομονησίας ή διλήμματος. Η νύχτα ήταν τόσο καθαρή και σιωπηλή που μπορούσε να δει ως και τον χαλαρό κότσο της να φαντάζει απόκοσμος πάνω στο ασάλευτο κεφάλι. Η φιγούρα της, από το λαιμό εώς τα πόδια, εφάρμοζε τέλεια μέσα στο οπίσθιο πλαίσιο των καλωδίων της εταιρείας του ηλεκτρικού ρεύματος. Το κεφάλι περίσσευε πάνω από αυτά σα γιγαντιαία τελεία πάνω σε γραμμές τετραδίου ή σα νότα τεσσάρων τετάρτων. Ήξερε πως η Ουλρίκε είχε αντιληφθεί την παρουσία της. Διαισθανόταν τα μάτια της να την κοιτάζουν το ίδιο περίεργα όπως την κοίταζε εκείνη μέσα στο σκοτάδι. Ίσως να ήταν ιδέα της. Η Ουλρίκε δεν έδειχνε να κινείται ούτε εκατοστό από την αρχική της στάση. Κάποιο πουλί έκρωξε δυνατά κι ένα άλλο ακουλούθησε μετά από λίγο. Προσπαθούσαν να  μεταφέρουν κάποιο μήνυμα στη Ουλρίκε; Η Ουλρίκε δεν ήταν πουλί αλλά η στενή φούστα που φορούσε λίγο κάτω από το γόνατο, έμοιαζε με τους κλειστούς πτέρυγες ενός τεράστιου εντόμου. Τι περίεργο σκέφτηκε. Ήταν έτοιμη άραγε να βγει έξω μέσα στη νύχτα και κάτι την έκανε να το μετανοιώσει ωθώντας την να σκαρφαλώσει στη σκεπή; Για ποιο λόγο ένας άνθρωπος αποφασίζει να ανέβει στη στέγη του σπιτιού του μέσα στα μεσάνυχτα και να σταθεί εκεί σαν άγαλμα; Το σπίτι της Ουλρίκε δεν είχε άλλη δίοδο προς την σκεπή εκτός από μια πλαϊνή σιδερένια σκάλα που είχε πλάτος όσο ένα γυναικείο πέλμα. Η Ουλρίκε έπρεπε στην κυριολεξία να αναρριχηθεί για να φτάσει εκεί. Σε μια παράτολμη κίνηση σήκωσε το χέρι της σε ένα διστακτικό χαιρέτισμα και φώναξε το όνομά της. “Ουλρίκε!”Το όνομά αντήχησε αφύσικο στη σιωπή. Η Ουλρίκε ξαφνιασμένη ανασήκωσε το κεφάλι της και κατέβηκε τρέχοντας από τη στέγη. Ένα δυνατό φουρφούρισμα αντήχησε εκκωφαντικά πάνω από την πόλη καθώς οι αγριόπαπιες απογειώθηκαν σε σμήνη στον ουρανό. 


Jun 20, 2024

Οι Μπάρμπι τρώνε συγγραφείς

 


Δεν υπήρχε κανένα προειδοποιητικό σημάδι από αυτά που μαρτυρούν εκ των προτέρων ότι κάτι θα συμβεί. Ο κύριος Ε. περπατούσε μέρα μεσημέρι προς το γραφείο του στο Λυκαβηττό όταν ξαφνικά, γλίστρησε πάνω σε ένα σωρό από παιχνίδια πεταμένα στην άκρη του δρόμου, έπεσε και έσπασε τον αστράγαλό του. Εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για διαμελισμένες κούκλες Μπάρμπι οι οποίες είχαν αφεθεί δίπλα από τα σκουπίδια. Ο κύριος Ε.είχε την ατυχια να περάσει από το σημείο, πριν περάσει το απορριμματοφόρο.

Το δεύτερο περιστατικό σημειώθηκε λίγες ημέρες μετά όταν η Φ. κάλεσε το ασανσέρ στο κτίριο όπου στεγάζονταν το στούντιό της. Το ασανσέρ καθυστερούσε και η κύρια Φ. συνέχιζε να πατάει το κουμπί ανυπόμονα αφού είχε ήδη αργήσει στο επαγγελματικό ραντεβού της. Ο κλωβός έφτασε τελικά στον έκτο όροφο αλλά όταν άνοιξαν οι πόρτες μια στίβα από βαριά κουτιά κλυδωνίστηκαν  και έπεσαν με πάταγο πάνω στην κυρία Φ. η  οποία κατέληξε με βαριά διάσειση και δυο σπασμένα δόντια στο νοσοκομείο. Τα κουτιά μετέφεραν κούκλες Μπάρμπι για τον ημιώροφο όπου στεγάζονταν ένα μικρό κατάστημα παιχνιδιών. 

   Στο τρίτο περιστατικό άρχισε να διαφαίνεται ένα μοτίβο. Έγινε ακριβώς την επόμενη ημέρα όταν ο γνωστός κύριος Π. κατάπιε μια πατούσα κομμένη από κούκλα Μπάρμπι, η πατούσα του έκατσε στραβά στο λαιμό και ο  Π. σίγουρα θα πνιγόταν αν η σύζυγός του δε γνώριζε να εφαρμόζει τη λαβή Χάιμλιχ.  Αυτό που είχε συμβεί είναι ότι η μικρή τους κόρη η οποία είχε τη συνήθεια να κόβει με ψαλίδι τις Μπάρμπι της, διοχετεύοντας προφανώς σε αυτήν την ενέργεια κάποια βαθύτερα σκοτεινά της ένστικτα, θεώρησε πως θα ήταν εξαιρετικά αστείο να ρίξει μικρά κομματάκια από τα ψαλιδισμένα σώματα μέσα στην μανιταρόσουπα. Την ώρα του γεύματος θα φώναζε θριαμβευτικά πως είναι όλοι τους κανίβαλοι καθώς θα τους έβλεπε να ψαρεύουν μέσα από τη σούπα τους, μάγουλα, παλάμες, πατούσες, και λαιμούς από τις κούκλες της.


Το πιο περίεργο κοινό σημείο όμως σε όλα τα παραπάνω ατυχήματα δεν είναι μόνο ότι εμπλέκονταν οι κούκλες Μπάρμπι, αλλά ότι τα τρία θύματα ήταν όλοι γνωστοί συγγραφείς της χώρας με συχνή παρουσία στα εγχώρια γράμματα, αλλά και στους διανοούμενους κύκλους του διαδικτύου και του φέισμπουκ γενικότερα. Θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί ότι επρόκειτο για σατανικές συμπτώσεις και ότι τα γεγονότα ήταν άσχετα μεταξύ τους. Δε θα υπήρχε κάτι περίεργο αν τα ατυχήματα τα οποία είχαν προκληθεί από μια κούκλα Μπάρμπι δε συνέχιζαν να συμβαίνουν, το ένα μετά το άλλο και αν τα θύματα δε συνέχιζαν να είναι συγγραφείς και μόνο συγγραφείς. 

Οι σοβαροί βιβλιοκριτικοί της χώρας άρχιζαν να θορυβούνται. “Επιτίθενται οι Μπάρμπι στη διανόηση της χώρας;” “Οι συγγραφείς μας καταρρέουν από τη μανία των Μπάρμπι!” “Τι συνδέει τις Μπάρμπι με την αριστοκρατία του πνεύματος;” “Να καούν όλες οι Μπάρμπι στη χώρα, η κυβέρνηση να πάρει μέτρα για την περισυνέλεξη τους απ’ όσα σπίτια κρύβουν τις φονικές κούκλες.” 


Αν θέλετε να γίνετε συγγραφέας, ξεκινήστε πετώντας στα σκουπίδια τις Μπάρμπι των παιδιών σας ή αυτές που κρατήσατε ως ενθύμιο της παιδικής σας ηλικίας. Ρίξτε τις στο βαθύτερο κάδο που θα βρείτε και κλείστε το καπάκι του καλά.  Ποτέ δεν ξέρετε. Μετά τρέξτε όσο πιο γρήγορα μπορείτε. 


Jan 20, 2024

Οι Πράσινοι Φρύνοι του Πέτρου



 Η ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΙΑΙΑ βροχή διήρκησε δύο ολόκληρες ημέρες. Τα νερά πλημμύρισαν την πόλη, ξερίζωσαν δέντρα, παρέσυραν αυτοκίνητα και έπνιξαν δώδεκα ανθρώπους.

Tο σπίτι ξεφύτρωσε ξαφνικά μετά την καταιγίδα στον κενό χώρο της πλατείας του Αγίου Πέτρου πάνω από το σταθμό της αφετηρίας της ζώνης δύο του μετρό, τεράστιο κι επιβλητικό, περιτριγυρισμένο από μια πυκνή μάζα πράσινων φρύνων. Τα γοερά κοάσματά τους ακούγονταν σε όλη την πόλη, προκαλώντας έναν μυστηριώδη φόβο στους απελπισμένους κατοίκους.

Ο ΟΥΡΒΑΝΟΣ, ένας ασήμαντος καλόγηρος από το τάγμα των Φραγκισκανών, μπήκε πρώτος στο σπίτι, ενθαρρύνοντας τους υπόλοιπους της ομάδας του να τον ακολουθήσουν. Ένας, ένας έπεφταν στο αόρατο τείχος το οποίο είχε καταφέρει να διαπεράσει χωρίς καμία προσπάθεια ο Ουρβάνος για να μπει στο σπίτι. Μην μπορώντας να κάνουν κάτι άλλο στέκονταν απέναντι από το σπίτι περιμένοντας τον Ουρβάνο να βγει. Μιλούσαν για την ασημαντότητα του Ουρβάνου και ήταν βέβαιοι πως αυτή ακριβώς η ασημαντότητα ήταν το κλειδί του αόρατου τείχους. Διαφωνούσαν μεταξύ τους τόσο πολύ και τόσο δυνατά ώστε δεν άκουσαν τον ήχο του νερού. Μόλις αντίκρυσαν το ποτάμι να χύνεται ορμητικό από την κεντρική είσοδο του σπιτιού και να κατευθύνεται σα μια γιγαντιαία γλώσσα καταπάνω τους, έπεσαν στα γόνατα κάνοντας το σταυρό τους με ευλαβικούς αλαλαγμούς φρίκης, αντί να κάνουν μεταβολή και να αρχίσουν να τρέχουν. Ο Ουρβάνος έχασε όλο το τάγμα του μέσα σε δευτερόλεπτα. Η θλίψη πολλές φορές σαλεύει το μυαλό των ανθρώπων. Ο Ουρβάνος δεν έκλαψε, ούτε άρχισε να τραβάει τα μαλλιά του ή να σκίζει τα ράσα του. Ατένισε ασάλευτος από το παράθυρο του επάνω ορόφου τα σώματα των άλλων Φραγκισκανών να παρασύρονται μέσα στα ορμητικά νερά σαν παιχνίδια και μόλις και ο τελευταίος χάθηκε από τα μάτια του άκουσε -ή νόμιζε ότι άκουσε-έναν περίεργο τριγμό από το διπλανό δωμάτιο. Άνοιξε την ενδιάμεση πόρτα και βρέθηκε σε μια αχανή άδεια σάλα όπου και αντίκρυσε το εξής μυστηριώδες θέαμα: ένα δέντρο φύτρωνε μέσα από ένα άλλο δέντρο το οποίο με τη σειρά του φύτρωνε μέσα από ένα άλλο δέντρο. Πως βρέθηκε ένα δέντρο που γεννά άλλα δέντρα μέσα σε ένα σαλόνι; Πως ξεφύτρωσε αυτό το σπίτι στη μέση μια κεντρικής πλατείας; Επρόκειτο για οφθαλμαπάτες, παραισθήσεις ή οράματα;

Ο ΟΥΡΒΑΝΟΣ δεν είχε καμία διάθεση να σκεφτεί τίποτα για τον απλό λόγο ότι δεν τον ενδιέφερε καμία ερώτηση αλλά και καμία απάντηση. Υπήρχε ένα ακόμα δωμάτιο σε αυτόν τον όροφο. Ήταν το δωμάτιο των κακών πράξεων. Το δωμάτιο φώναξε με ανθρώπινη φωνή το όνομα του Ουρβάνου δυνατά, για να τον ενθαρρύνει να ανοίξει την πόρτα πίσω από την οποία στεκόταν αναποφάσιστος και σχεδόν σε κατατονία με τα μάτια καρφωμένα για δέκα λεπτά στο πόμολο και το σώμα του απολύτως  ακίνητο. 

ΉΤΑΝ ένα δωμάτιο καφετί. Από το ταβάνι ως το πάτωμα όλη η επιφάνεια των τοίχων ήταν καλυμμένη με πολύ μικρά μαντεμένια πορτάκια που έμοιαζαν με σκέπαστρα φούρνων. Ο Ουρβάνος ξεκίνησε να τα ανοίγει ένα ένα. Χρειάστηκαν ατελείωτες ώρες για να τα ανοίξει όλα. Του φάνηκαν αμέτρητα και είχε δίκιο. Πίσω από κάθε πορτάκι υπήρχαν οι κακές πράξεις που είχε διαπράξει κάθε άνθρωπος της πόλης. Έπαιζαν σαν ταινία μικρού μήκους με μικροσκοπικούς ηθοποιούς πιστά αντίγραφα των κατοίκων. Ο Ουρβάνος παρακολουθούσε με μια αλλόκοτη περιέργεια το θέαμα που του προσφέρονταν πίσω από κάθε πορτάκι.  Κάποιες πράξεις ήταν απολύτως ειδεχθείς, άλλες πιο υποφερτές άλλα όλες δόλιες, πανούργες και κατάμαυρες. Όταν επιτέλους τελείωσε ο Ουρβάνος βγήκε στο κεντρικό μπαλκόνι και άρχισε να φωνάζει τα ονόματα όλων των κατοίκων συνοδεύοντας τα με πλήρη αναφορά του τι είχε διαπράξει ο καθένας. Η πόλη πρώτα αισθάνθηκε κάθε δρόμο και δρομάκι της να ανατριχιάζει και μετά ήρθε η υστερία. Ο Ουρβάνος  είχε ανακοινώσει όλες τις ντροπές τους εκτός από τη δικιά του. Το ποταπό και βδελυρό φίδι! Ο άθλιος υποκριτής και καταχθόνιος ρουφιάνος. Όταν το πλήθος εισέβαλε εξαγριωμένο στο σπίτι δίχως κανένα αόρατο τείχος να τους εμποδίσει αυτή τη φορά, δεν ήξεραν ότι δε θα έβγαιναν έξω ποτέ ξανά. Το σπίτι τους μάσησε, τους κατάπιε και ούτε καν έφτυσε τα κόκκαλά τους. Τα κόκαλα κάνουν πάντα την καλύτερη σούπα. Ο Ουρβάνος πεινούσε πολύ και το δικό του πορτάκι ανήκε στο φούρνο που στόλιζε το κέντρο του δωματίου.


Aug 4, 2023

Τα Μακαρόν της Κόλασης




ΚΑΘΕ μέρα κλέβω ένα μικρό κουτί μακαρόν από το ψυγείο του μίνι μαρκετ. Ο ιδιοκτήτης τα βάζει κοντά στα προϊόντα βαθιάς ψύξεως, σε ένα σημείο που δεν το πιάνει καλά η κάμερα. Το κρατώ για λίγο στο χέρι, δήθεν για να διαβάσω τα αναγραφόμενα συστατικά και τη στιγμή που κάποιος άλλος πελάτης πλησιάζει χώνω το κουτί γρήγορα στην τσέπη μου. Ένα τόσο δα μακρόστενο κουτάκι με τρία θεϊκά μακαρόν μέσα. Συνήθως προτιμώς τις γεύσεις λεμόνι και φράουλα. Τα μακαρόν είναι τα πιο νόστιμα γλυκά κατά τη γνώμη μου. Ο συνδυασμός τoy αμύγδαλου με το αλάτι και την κρέμα γέμισης, προκαλεί γευστικό παραλήρημα στον ουρανίσκο μου. Χρειάζομαι απαραιτήτως ένα κουτάκι κάθε μέρα. Κάποιοι από τον κύκλο μου οι οποίοι γνωρίζουν αυτή μου τη συνήθεια, ισχυρίζονται ότι είμαι κλεπτομανής, κάποιοι άλλοι ότι είμαι νοσηρά τσιγκούνης. Δεν ισχύει ούτε το πρώτο ούτε το δεύτερο. Η οικονομική μου κατάσταση είναι κάτι παραπάνω από ευκατάστατη και τη γνωρίζουν όλοι. Μαζί με τα μακαρόν παίρνω ένα σωρό πράγματα τα οποία τα πληρώνω στο ταμείο κανονικά. Σε μια πρώτη ανάγνωση η ένοχη καθημερινή μου ρουτίνα μεταφράζεται όντως σε κλεπτομανία αλλά εγώ δεν το βλέπω έτσι και θα εξηγήσω τι εννοώ. Ονομάζομαι Βιττόριο Καρπάτσιο Θερειανός και δεν κλέβω τίποτα άλλο παρά μονο το μικρό κουτάκι μακαρόν επειδή ειναι το πιο εύκολο να κρυφτεί γρήγορα στην τσέπη μου, ελαχιστοποιώντας τον κίνδυνο να πιαστώ επ’αυτοφώρω. Γεννήθηκα εδώ στη Ζάκυνθο, γόνος μια γνωστής οικογένειας ολίγον αντισυμβατικής. Ο πατέρας μου είχε τον μεγαλύτερο οίκο τελετών στα Επτάνησα και η μητέρα μου ασχολούνταν με την εραλδική τέχνη. Το ερέθισμα για το όνομά μου ήταν ο αναγεννησιασκός ζωγράφος Βιττόριο Καρπάτσιο τον οποίο ερωτεύτηκε η μητέρα μου από τη στιγμή που σ’ενα ταξίδι της στη Βενετία είδε τον πίνακα ο Άγιος Γεώργιος και ο Δράκος. Εξαιρετικός πίνακας εδώ που τα λέμε! Πραγματικό αριστούργημα. Τον ερωτεύτηκα κι εγώ αργότερα όταν άρχισα να καταλαβαίνω καλύτερα τον κόσμο γύρω μου. 

ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ, η απόδοση, η κίνηση, είναι όλα εμπνευσμένα από την πραγματική κόλαση γιατί είμαι βέβαιος ότι η κόλαση κάπως έτσι θα είναι. Ο ξανθός Άγιος Γεώργιος, σαν άλλος Σίσσυφος, θα είναι επιφορτισμένος να σκοτώνει σε μια αιώνια λούπα τον μαυροκαμμένο, αποτρόπαιο δράκο την ώρα της χώνεψής του, αφού έχει κατασπαράξει κάμποσες βασανισμένες ψυχές. “Θεσπέσιος”, είχε αναφωνήσει με άκρατο ενθουσιασμό η μητέρα μου όταν πρωτοαντίκρυσε την απεικονιζόμενη σκηνή, “ποιος είναι ο ζωγράφος;” και κάπως έτσι αποφασίστηκε το όνομά μου. 

ΕΠΙΘΥΜΩ με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, της αδύναμης και άθλιας ψυχής μου, να βρεθώ σε αυτό το μέρος ώστε να μπορέσω να δω και να βιώσω από πρώτο χέρι τη μοναδικότητα των καταραμένων χρωμάτων, τον κίτρινο αέρα, τα σχεδόν πράσινα μαλλιά του Αγίου που ανεμίζουν κάτω από τον χλωμό αρρωστιάρικο ουρανό, την κοκκινωπή μαυρίλα του αλόγου και την ώχρα των ξεσκισμένων πτωμάτων. Διαισθάνομαι ότι ο ζωγράφος έκρυψε τον ίδιο τον διάβολο μέσα στο άλογο κι ας πιστεύουν όλοι ότι το κακό βρίσκεται στον δράκο ο οποίος είναι ξεκάθαρα ένας αντιπερισπασμός, ένα tromp l’oeil, που έπρεπε να ζωγραφιστεί για να ρουφήξει όλη την προσοχή του θεατή από το απόλυτο σκοτάδι το οποίο παραμένει επιτυχώς μεταμφιεσμένο. Έχοντας περάσει πια τα σαράντα τολμώ να εκμυστηρευτώ πως αυτή η αλλοπρόσαλλα όμορφη σκηνή είναι ο προορισμός της ψυχής μου και ο έρωτας που δε θα αισθανθώ ποτέ για κανένα ανθρώπινο ον. Πλησίαζω αργά αλλά σταθερά σε αυτήν την κόλαση. Εάν κοιτάξετε προσεκτικά, βρίσκομαι μέσα στο καράβι, στο πίσω μέρος του πίνακα. Θα μπορούσα να είμαι ένας από τους καπετάνιους που πλοηγούν το σκάφος με κλειστά μάτια, δεμένοι στα κατάρτια ή ένας από τους επιβάτες που σε παραλήρημα δαγκώνουν ο ένας τον άλλον, ανίκανοι να εκφράσουν αλλιώς την έξαψη της γνώσης ότι πλησιάζουν στον παντοτινό τόπο από τον οποίο γεννήθηκε η αέναη δυστυχία τους. Αλλά όχι. Κατηγορηματικά όχι. Το καράβι αυτό είναι ναυλωμένο αποκλειστικά για μένα, γνωρίζει την πορεία του καλά, ξέρει που ακριβώς θα πιάσει λιμάνι και είναι φορτωμένο με κλεμμένα μακαρόν.

Jul 29, 2023

Το Κεφάλι που Σκάει (απόσπασμα)

 




ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ του Ερίκ, σκελετωμένα και γέρικα, γραπώνονταν στην κουρτίνα στα δεξιά του κρεβατιού του, όταν ξυπνούσε στη μέση της νύχτας, ασθμαίνοντας από τις συχνές ταχυκαρδίες ή ακούγοντας ήχους να εκρήγνυνται με απόκοσμη βοή στο εσωτερικό του κεφαλιού του. Ένα όπλο εκπυρσοκροτούσε στην κουζίνα του, μια βόμβα έσκαγε στο δωμάτιό του, κάτω από το κρεβάτι του, μια πόρτα έκλεινε με εκκωφαντικό θόρυβο, κάποιος ούρλιαζε αστάμάτητα. Ήταν πραγματικοί ήχοι που τον έκαναν να πετάγεται αλλόφρων από τον ύπνο του με δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ πραγματικότητας, ονείρου ή κάποιας υπερφυσικής κατάστασης. Δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι ακριβώς είχε συμβεί, τι ήταν αυτό που τον τρόμαξε ξυπνώντας τον. Ίσως να επρόκειτο για κάποιο όνειρο, ίσως και όχι. Πως είναι δυνατόν μια γυναίκα να στριγγλίζει στο διπλανό σπίτι αφού δεν υπάρχει κανένα διπλανό σπίτι; Κι όμως την άκουσα, δεν ήταν όνειρο σκεφτόταν, και δεν υπήρχε τίποτα ικανό να κλονίσει αυτή τη βεβαιότητα. 

ΤΑ ΚΑΜΠΑΝΑΚΙΑ ήταν ο ήχος που τον είχε ταράξει περισσότερο. Τα πρωτάκουσε καλοκαίρι, μια νύχτα ζεστή, χωρίς να φυσάει το παραμικρό αεράκι. Είχε τη συνήθεια να αφήνει πάντα το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας του ανοιχτό τα καλοκαίρια. Μισούσε τα κλιματαστικά, το κρύο τους που έκανε το σώμα του να τυλίγεται στα σεντόνια και το φριχτό θόρυβό τους. Ντιν, ντιν, ντιν, ντιν..Ο ήχος ήρθε από το εξωτερικό περβάζι. Έμοιαζε με τα μουσικά κουδουνάκια που φορούν οι τάρανδοι στις Χριστουγεννιάτικες ταινίες. Κουδούνιζαν με διαφορά δευτερολέπτων το ένα από το άλλο, αντηχώντας απόκοσμα εύθυμα στο σκοτάδι. Ο Ερίκ ήταν σίγουρος πως αυτή τη φορά τα είχε δει κιόλας. Μικρές καμπανίτσες, όλες περασμένες σε ένα τεντωμένο σύρμα που κρέμονταν από το τίποτα και το πουθενά. Το σύρμα τεντώνονταν και ταλαντεύονταν στον άερα, ξανά και ξανά, δίνοντας έτσι το ρυθμό στα κουδουνάκια να χορεύουν υστερικά, πολλαπλασιάζοντας ασταμάτητα τις δονήσεις τους.


ΤΙΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ φορές συνέβαινε ανάμεσα στη μία και δύο μετά τα μεσάνυχτα. Ο Ερίκ ξυπνούσε διψώντας αφόρητα σα να είχε περπατήσει χιλιόμετρα μέσα στον ύπνο του. Ο ήχος τον στοίχειωνε με μια ανεξήγητη αγωνία και δεν τον άφηνε να ξανακοιμηθεί. 

Η πρώτη αποκλειστική είχε σηκώσει αδιάφορα τους ώμους όταν της το ανέφερε. Μμμ..κύριε Ερίκ ονειρεύεστε, παίρνετε πολλά χάπια και ο ύπνος σας είναι ανήσυχος. Οχι, εγώ δεν άκουσα κουδουνάκια. Τίποτα δεν άκουσα. Η δεύτερη αποκλειστική, μια μεγάλη γυναίκα από τη Βουλγαρία ήταν σίγουρη πως είναι ο ήχος των πεθαμένων που τον επισκέπτονταν κάθε τόσο. Γιατί να με επισκέπτονται οι πεθαμένοι κάθε τόσο Τατιάνα; Λες να έρχονται να με πάρουν και μένα; Η Τατιάνα γελούσε. Ω, όχι κύριε Ερίκ, δε λέω κάτι τέτοιο, κουταμάρες που οι άνθρωποι πιστεύουν στα χωριά της πατρίδας μου, ελάτε να αλλάξουμε τα ρούχα σας τώρα. Έχετε ιδρώσει.

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ δεν ονειρεύονται ήχους εκτός κι αν πάσχουν από το σύνδρομο της εκρηγνυόμενης κεφαλής. Ο γιατρός του ήταν βέβαιος ότι ο Ερίκ υπέφερε από αυτό το σύνδρομο το οποίο προκαλούσε έναν ύπνο δύσκολο, τρομακτικό, γεμάτο ηχητικά εφέ που έσκαγαν σχεδόν κάθε βράδυ βαθιά μέσα στον εγκέφαλο του Ερίκ. Τίποτα το ανησυχητικό Ερίκ, όπως γνωρίζουμε κι εσυ κι εγώ, έχεις πολύ άγχος και το άγχος πυροδοτεί διάφορες αντιδράσεις στον οργανισμό. Τίποτα που να μη διορθώνεται με ένα ελαφρύ υπνωτικό. Θα παίρνεις μια ταμπλέτα, δύο ώρες πριν τον βραδυνό σου ύπνο. Θα δεις, θα φύγουν ολα αυτά κι εσύ θα κοιμάσαι πιο καλά. 


ΟΙ ΕΚΡΗΞΕΙΣ οι πυροβολισμοί, οι στριγκλιές, οι πόρτες που έκλειναν με πάταγο, όλα σταμάτησαν. Η σιωπή θα τύλιγε τον ύπνο του Ερίκ αν δεν επέμεναν τα κουδουνάκια. Ένα χρόνο τώρα, τα άκουγε σχεδόν κάθε ημέρα. Δυνατά, εκκωφαντικά, πάντα χαρούμενα, με έναν ήχο που έκανε τη νύχτα να τρίζει από ευτυχία και τρόμο μαζί. Ανασηκώνονταν με κομμένη την ανάσα, τραβούσε λίγο την κουρτίνα και κοιτούσε όσο πιο μακριά μπορούσε στον νυχτερινό ορίζοντα, πάντα ελπίζοντας να βρει απο που προέρχονταν και ευχόμενος να μην το ανακαλύψει ποτέ. Τα άκουσες Τατιάνα; Δεν μπορεί να μην τα άκουσες! Ήταν ακριβώς έξω από το παράθυρο! Ώσπου τα άκουσε και η Τατιάνα. Σταυροκοπήθηκε ξαφνιασμένη και γούρλωσε τα μάτια της κυριευμένη από πανικό. Κάτι είπε στη γλώσσα της και τράβηξε τις κουρτίνες με όλη τη δύναμη του παχουλού της κορμιού. Το αίσθημα θριάμβου πλημμύρισε κάθε φλέβα του Ερίκ. Είδες; Είδες Τατιάνα; Είχα δίκιο, ούρλιαξε με όση ένταση είχε μέσα στα γέρικα πνευμόνια του.


Jul 24, 2023

Ο Άνθρωπος με το Σκάφανδρο (απόσπασμα)

 


Ο ΑΝΘΡΩΠΟς με το σκάφανδρο εμφανίστηκε εντελώς ξαφνικά στο σπίτι μου. Χτύπησε την πόρτα μου ένα μεσημέρι, συστήθηκε ως Βόδας Αλεξέι, απεσταλμένος του αυτοκράτορα και των συμβούλων του και στάθηκε αμίλητος να με περιεργάζεται από το κεφάλι ως τα νύχια των ποδιών μου, έχοντας μια έκφραση αποτροπιασμού στο πρόσωπό του, συνδυασμένη με την πιο άτεγκτη αίσθηση καθήκοντος που έχει υπάρξει ποτέ στη γη.

ΦΟΡΟΥΣΕ μια παλιά εξάρτυση δύτη σαν αυτές που φορούσαν οι δύτες σφουγγαριών στα ελληνικά νησιά. Μια στολή άβολη και σίγουρα αστεία έτσι όπως φούσκωνε γύρω από το λαιμό και τα μπράτσα του κάνοντάς τον να μοιάζει με διαστημάνθρωπο. Στα χέρια του κρατούσε ένα παλιό σκάφανδρο από χαλκό, σίδερο και χοντρό γυαλί. Τα συναντά  κανείς στα παλαιοπωλεία που έχει ξεχάσει και ο ίδιος ο χρόνος ή σε κάποιο μουσείο. Έκπληκτη με το θέαμα δεν ήξερα τι να πω στην αρχή.  Τον ρώτησα τι θα ήθελε.


“ΚΥΝΗΓΩ τα ερπετά της θάλασσας και συγκεκριμένες πληροφορίες οι οποίες έφτασαν στο παλάτι μας είπαν ότι είστε το χειρότερο και τρομακτικότερο απ’όλα.”.

Γούρλωσα τα μάτια μου, είχα μπροστά μου έναν κανονικό τρελλό. Του έκλεισα την πόρτα στη μούρη και συνέχισα τις δουλειές μου. 


ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ πρωϊ, ο Βόδας Αλεξέι ξαναβρισκόταν έξω από το σπίτι μου. “Τι θέλεις” του φώναξα δίχως να ανοίξω αυτή τη φορά. Το ματάκι της πόρτας με προστάτευε. “Είμαι ο Βόδας Αλεξέι, απεσταλμένος του αυτοκράτορα και των συμβούλων του. Κυνηγώ τα ερπετά της θάλασσας και συγκεκριμένες πληροφορίες οι οποίες έφτασαν στο παλάτι μας είπαν ότι είστε το χειρότερο και τρομακτικότερο απ’όλα.” “Φύγε, θα φωνάξω την αστυνομία!” “Χα” έκανε μόνο πνικτά, δίχως καμία άλλη αντίδραση. “Φύγε!” ξαναφώναξα πιο δυνατά.

“Έχω αυστηρές εντολές να σας μεταφέρω στον αυτοκράτορα. Για αυτό το σκοπό έχω φέρει μαζί μου ένα δίκτυ, σε περίπτωση που αντισταθείτε.”Φαινόταν ήρεμος, παρά τις ασυναρτησίες που έλεγε. “Σας παρακαλώ φύγετε, δεν υπάρχει αυτοκράτορας, δεν υπάρχουν θαλάσσια ερπετά. Ποιος σας τα είπε αυτά τα πράγματα; Μην πιστεύετε ό,τι σας λένε. Θα ήταν καλό να δείτε ένα γιατρό.”  Ήλπιζα πως αρχίζοντας να του μιλάω στον πληθυντικό θα εξευγενίσω τις προθέσεις του.


“ΑΝΟΙΞΕ τρισκατάρατο κτήνος” απάντησε μονάχα, με τον πιο ατάραχο και γαλήνιο τρόπο.“Ο αυτοκράτορας κατασκεύασε αυτό το δίχτυ μόνο για σένα. Το έπλεκε και το ξέπλεκε για χρόνια, αναποφάσιστος και φοβισμένος μπροστά στη φήμη που έχεις ως τέρας των επτά ηπείρων και αναρίθμητων θαλασσών αλλά έφτασε ο καιρός πια. Άνοιξε λοιπόν γιατί θα αναγκαστώ να σπάσω την πόρτα. Πίστεψέ με δεν επιθυμώ να καταφύγω στη βία’’

Αναστέναξα. Ίσως αν του άνοιγα για λίγο και μιλούσα ευγενικά μαζί του, να έλεγε ό,τι είχε να πει και να με άφηνε ήσυχη. Ξεμαντάλωσα την πόρτα και τότε ο Βόδας Αλεξέι, με μια συντονισμένη κυκλική κίνηση των χεριών του πέταξε επάνω μου ένα σκληρό αστραφτερό δίχτυ που γρατζούνισε το πρόσωπό μου. “Μα τι κάνεις!’’ ούρλιαξα.

“ΚΑΙ ΤΩΡΑ’’ δήλωσε με επίσημο τόνο “σιχαμερέ όφι και βδελυρό ερπετό της θάλασσας με τις πενήντα γλώσσες και τις δέκα ουρές ακολούθησέ με δίχως άλλες αντιρρήσεις. Θα σε πάω στο κάστρο.”


Jul 20, 2023

Υποθαλάσσιο κυνοτροφείο

         


    Απ’ όταν ο σκύλος Σβέρο αποφάσισε να ζήσει κάτω από τη θάλασσα δεν υπήρχε τίποτα που να μπορεί να του αλλάξει τη γνώμη. Κανένας θρύλος για θαλάσσια αιμοβόρα τέρατα, καμία παραίνεση, και καμία φοβέρα δεν αρκούσαν για να τον μεταπείσουν. Δίχως να έχει εκφράσει καμία πρότερη επιθυμία να βρίσκεται κοντά στη θάλασσα, κατέβηκε στην αμμουδιά και απο εκεί, δίχως κανένα δισταγμό, προχώρησε καμαρωτά μες στο νερό. Σταμάτησε για λίγο να οσμιστεί τον αέρα, τίναξε αγέρωχα την κώμη του και μπλουμ βυθίστηκε κάτω από τη θάλασσα με μια θεαματική βουτιά. Δεν ξαναβγήκε ποτέ. 

Κανείς ποτέ δεν κατάλαβε γιατί ο Σβέρο πήρε μια τέτοια απόφαση αλλά ήταν αυτός που ξεκίνησε ένα ολόκληρο ρεύμα θαλασσινής μετανάστευσης σκύλων με τέτοιο ρυθμό και τέτοια αποφασιστικότητα ώστε σε λίγους μήνες είχε δημιουργηθεί μια ολόκληρη υποβρύχια αποικία σκύλων κάθε ράτσας. Κάθε μέρα κόλει, χάσκι, κοργκ, βενάρδοι, τζακ ράσελ, γκριφόν, κανίς, λαμπραντόρ και δαλμάτιοι κατέβαιναν με ποδοβολητά τον στριφογυριστο κεντρικό δρόμο που έκοβε στα δύο την πόλη για να εξαφανιστούν αλυχτώντας στα βάθη του θαλασσινού ορίζοντα. Κάποιοι άνθρωποι έτρεχαν πίσω τους παρακαλώντας τα να σταματήσουν, κάποιοι άλλοι ανασήκωναν αδιάφορα τους ώμους τους. Υπήρχαν και οι τολμηροί που επιχειρούσαν να ακολουθήσουν τους σκύλους τους μέσα στο νερό αλλά οι δυνάμεις τους τούς εγκατέλειπαν νωρίς. Ξανάβγαιναν κατάκοποι στην παραλία και ατένιζαν σιωπηλοί τη θάλασσα που κατάπιε το φίλο τους.

Η υποθαλάσσια αυτή συνοικία έγινε γρήγορα ένα ξακουστό τουριστικό θέρετρο. Κόσμος έρχονταν απο παντού για να δουν με τα μάτια τους τους θαλασσινούς σκύλους. Τι να κάνει άραγε ένας τέτοιος σκύλος κάτω από το νερό; Αναπνέει; Και αν ναι, τι άλλο κάνει;  Ομάδες δυτών ξεναγούσαν μικρά οργανωμένα γκρουπ τουριστών κάτω από το νερό. Οι άνθρωποι ήταν περίεργοι. Ήθελαν να δουν και να παίξουν με τα υποβρύχια σκυλιά που όχι μόνο δε δυσκολεύονταν να αναπνεύσουν κάτω απο το νερό αλλά προσαρμόστηκαν με τέτοια ευκολία ώστε να αναρωτιέται κανείς αν οι σκυλοι αυτόι ήταν μακρινοί απόγονοι κάποιου θαλάσσιου κήτους. Οχι, επιβεβαιώναν ορισμένοι ειδικοί. Θαλάσσιοι ελέφαντες, θαλάσσιοι λέοντες, τόσα ζώα βρέθηκαν από τη ζούγκλα στον ωκεανό, γιατί όχι και οι σκύλοι; Κάποια μετάλλαξη, προφανώς στον γενετικό τους κώδικα. Σίγουρα έπρεπε να μελετηθεί αλλά ναι, μπορούσε να γίνει. 

Οι τουρίστες χαίρονταν και απολάμβαναν τα νάζια και τις τρέλλες των σκύλων που ξετρελλαμένοι από χαρά, μόλις έβλεπαν ανθρώπους, έκαναν του κόσμου τα κόλπα, λες και ήταν εκπαιδευμένα δελφίνια. Υποθαλάσσιες κυβισθήσεις, χοροπηδητά, βυθίσματα στην άμμο, σιωπηλά γαβγίσματα, γουρλώματα των ματιών, κρεμάσματα της γλώσσας, παράξενα τινάγματα, μέχρι και θεαματικές συγκρούσεις μεταξύ τους. Όλα για να χαρούν οι άνθρωποι.

Η αλήθεια ήταν ότι αν κάποιος στεκόταν να παρατηρήσει καλύτερα τα κόλπα αυτά θα διεπίστωνε ότι δεν επρόκειτο ακριβώς για κόλπα αλλά μάλλον για αλλόκοτη συμπεριφορά. Οι σκύλοι δε σταματούσαν ούτε δευτερόλεπτο. Βρίσκονταν σε μια μυστήρια έξαρση, σε ένα γκράντε ντελίριο, σαν κάτι να τους έκανε να παραληρούν και να φέρονται παρανοϊκά. Οι γκριμάτσες τους ήταν τρομακτικές. Οι κινήσεις τους ήταν οι κινήσεις ενός χαλασμένου παιχνιδιού που πασχίζει να σταθεί όρθιο αλλά σωριάζεται φαρδύ-πλατύ με κωμικό τρόπο, ξανασηκώνεται τρεκλίζοντας και πάλι από την αρχή. Κάποιο αόρατο παιδί πρέπει να έπαιζε μαζί τους έχοντας αποφασίσει να τα βασανίσει όσο χειρότερα μπορούσε κρατώντας τα με το ζόρι κάτω από το νερό αφού τα έχει πρώτα κουρδίσει.

  Ο δύστυχος Σβέρο ήταν αυτός που ψόφησε πρώτος. Με τα μάτια ανοιχτά και τη γλώσσα να κρεμιέται σαν αγχόνη, ξεβράστηκε ξαφνικά στην επιφάνεια της θάλασσας κάνοντας τους τουρίστες να αρχίσουν να τρέχουν τρομαγμένοι. Ήταν ακριβώς η στιγμή που απότομα σταματήσα να παίζω,  έβγαλα τα χέρια μου από το νερό, σηκώθηκα αργά, ξεδίπλωνοντας το ύψος του γιγαντιαίου παιδικού μου σώματος, τίναξα τα νερά από πάνω μου, και ξαναγύρισα πίσω στην παραλία έχοντας σκόπιμα αποφασίσει να αδιαφορήσω πλήρως για το υποθάλασσιο κυνοτροφείο μου. Συνειδητοποίησα πως η μεταμόρφωσή μου σε τύραννο ολκής ξεκίνησε εκείνο το χρονικό σημείο. 

Ρ.Μ., όνειρο 15

Image: The Tree in Me III, 2019, (detail), linden wood and acrylic paint, Christian Verginer

Jan 5, 2023

Τα είκοσι κάγκελα

Απόσπασμα

Οι συνάδελφοι της μητέρας μου μαζεύονταν σα σμήνος στο μικρό μας σαλόνι. Ήταν όλες μορφωμένες, με καλοπληρωμένες δουλειές, και καλές θέσεις. Α, η κόρη της Άλεξ έκαναν ξαφνιασμένες όταν διέκοπτα τις θορυβώδεις συνάξεις τους για να προσφέρω αναψυκτικά και μπισκότα. Ήμουν το εντελώς αντίθετο της μητέρας μου, πράγμα που τους προκαλούσε έκπληξη όσες φορές και να με έβλεπαν και ας με ήξεραν χρόνια οι περισσότερες. Αδύνατον να είναι κόρη της Άλεξ! Κοντή, ισχνή, με κόκκινα μαλλιά, φακίδες και ξεπλυμμένα πράσινα μάτια.  Η μπλε αντρική ζακέτα μου με το καφέ φερμουάρ ήταν το σήμα κατατεθέν μου. Το ίδιο και η καρώ φούστα μου. Δε νομίζω να με είχαν δει με άλλη αμφίεση ποτέ.

“Είναι καλλιτέχνης” τις άκουγα να ψιθυρίζουν όταν κάποια καινούρια προστίθονταν στην παρέα. Ένας καλλιτέχνης στην οικογένεια κάνει τον οποιοδήποτε να αποποιείται των ευθυνών του. Τι φταίμε εμείς αν είναι συνεχώς χαμένη στα σύννεφα; Τι φταίμε εμείς αν δε χαμογελάει ποτέ της; Είναι στη φύση της, από μικρή ήταν λίγο περίεργη, όπως όλη αυτή η κατηγορία ανθρώπων. Μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων καθόριζε το ποιόν μου και το ποιόν μου επιβεβαίωνε τη δύναμη της κατηγορίας αυτής.

Το σαλόνι ήταν άδειο και έμοιαζε ακόμη μικρότερο απ’ο,τι το θυμόμουν. Οι τοίχοι είχαν ξεφλουδίσει και το πάτωμα, εκείνο το υπέροχο ξύλο, τώρα έδειχνε θαμπό και άγριο. Το μεγάλο παράθυρο που κοίταζε στο δρόμο ήταν ετοιμόρροπο. Ο μεσίτης  συνέστησε να διορθώσω ή να βγάλω εντελώς τα παραθυρόφυλλα γιατί κρέμονταν σα λαιμητόμοι πάνω από το πεζοδρόμιο. Ήταν ένας δρόμος που είχε πάντα μεγάλη κίνηση. Το ίδιο και το πάρκο απέναντι. Μόνο που τώρα ο κόσμος μέσα σε αυτό έδειχνε διαφορετικός. Πολλά βαμμένα κεφάλια, πολλά πλαστικά μπουφάν που ήταν σαν πολύχρωμα μπαλόνια. Καθόμουν στο παράθυρο και μετρούσα τα κάγκελα της τεράστιας πύλης που τα βράδυα έκλεινε. Είκοσι κάγκελα, εξήντα περίτεχνοι διάκοσμοι. Ο κόσμος μου μπορούσε να συνεχίζει να υπάρχει κάθε βράδυ. Ο αριθμός των διακοσμων σφράγιζε την ύπαρξή μου μέσα σε αυτόν. Σειρά είχαν οι περαστικοί. Όταν παρατηρούσα για ώρες τους ανθρώπους, οι περισσότεροι από αυτούς σταματούσαν το περπάτημα. Πολλοί άρχιζαν να χορεύουν και άλλοι πετούσαν ψηλά μέχρι που τους εξαφάνιζα από το όπτικό μου πεδίο. Ανθρώπινες τρίλλιες. Ήμουν τρισευτυχισμένη κάθε βράδυ. Εκείνη η πόρτα και ό,τι κινούταν γύρω της ήταν η αιωνιότητά μου. Η κίνηση των ανθρώπινων ποδιών είναι σαν την ποίηση. Κάθε πέλμα μια λέξη και κάθε ζεύγος ποδιών μια πρόταση. Έφτιαχνα ιστορίες με αυτά. Αργότερα άρχισα να φτιάχνω χορογραφίες, κουράζοντας τη μητέρα μου. Πάψε το στριφογύρισμα, με ζάλισες. Πρόσεχε θα πέσεις. Μα δεν κουράστηκες; Σταμάτα σε παρακαλώ, μου προκαλείς πονοκέφαλο. Η μητέρα μου ήταν ασθενική φύση αλλά έζησε μέχρι τα ενενήντα της. Πονούσε συχνά σε ακαθόριστα μέρη. Οι πόνοι της ήταν ιδιαιτέρως δυνατοί και ανεξήγητοι. Ο πατέρας μου τη φρόντιζε σα να ήταν ένα μικρό κακομαθημένο παιδάκι. Ειδικά όταν άλλαζε ο καιρός, αντιδρούσε σαν ετοιμοθάνατη. Τα παραπονά της έφταναν σε κρεσέντο όταν ήμασταν μόνοι στο σπίτι. Πονάω, δεν αντέχεται αυτός ο πόνος. Πρέπει να ξαπλώσω.  Πάλι αυτή τη φουστά φοράς; Βγάλτη από πάνω σου παιδάκι μου, θα πιστεύουν ότι δε σε προσέχω. Φυσικά και με προσέχεις μαμά. Έχω όλα τα καλά. Ως και πιάνο μου πήρες. Και καθηγήτρια για ιδιαίτερα γαλλικών. Και καθηγήτρια για ιδιαίτερα γερμανικών. Και μοντγκόμερυ που στοίχισε όσο ένας καλός μισθός. Όμως μου αρέσει αυτή η φούστα. Και αυτή η ζακέτα. Γιατί να φορέσω κάτι άλλο;

Τα μαλλιά μου πιάνονταν πάντα στο φερμουάρ της ζακέτας κι ενω πονούσα δεν τα έβγαζα από εκεί. Συνήθισα τον πόνο και δε με ενοχλούσε. Αστα κι αυτά να ζεσταίνονται σκεφτόμουν κι έχωνα τα χέρια μου στις τσέπες για να απολαύσω περισσότερο τη ζεστασιά εκείνου του ρούχου. 

Ολοι αυτοί οι άνθρωποι που μπαινοβγαίνουν εδώ μέσα. Πόση φασαρία μερικές φορές. Ένοιωθα τις ομιλίες και τα ποδοβολητά έτοιμα να σκεπάσουν όλο το διαμέρισμα σα βουβο γιγαντιαίο κύμα. Το ζεύγος με το μικροσκοπικό σκυλάκι, όλο γελάκια και αναφωνητά, ο βιαστικός γιατρός με τα μπλε γυαλιά και τα πεταχτά μάτια, η οικογένεια με το χαμογελαστό μωρό, κι εκείνη η καθηγήτρια που έβηχε ασταμάτητα καθώς στεκόταν στο σημείο όπου άλλοτε υπήρχε η μπορντώ πολυθρόνα της μαμάς στο χωλ, δίπλα από το τηλέφωνο. Ένα τηλέφωνο που χτυπούσε αστάματητα. Άλεξ, θέλω πάλι τη βοήθειά σου, εκείνη η υπόθεση με έχει εξαντλήσει. Υπάρχουν πολλές λεπτομέρειες. Απίθανες λεπτομέρειες! Τι ώρα να περάσω; Θα είναι και η Ελβυ εκεί; Υπέροχα, θα φέρω μερικά κρακεράκια να τσιμπήσουμε. Κι έτσι το σαλόνι γέμιζε ως το βράδυ, με τη μαμά να κάθεται στο χαλί και να δίνει νομικές διαλέξεις. Όλοι ήθελαν τη συμβουλή της για κάτι. Ήταν το άστρο της νομικής επιστήμης. Τα πόδια της πλαγιαστά, στο χέρι κρατούσε πάντα ένα φθηνό στυλό και τα χαρτιά όλα πεταμένα κυκλικά στο χαλί. Η τράπουλα των δικογραφιών. Τραβήξτε μια να σας πω τι τύχη θα έχετε με αυτήν. Το σμήνος παραληρούσε. Μα τι μνήμη. Τι τακτική. Πόσες γνώσεις. Γιατί πουλάκι μου να μην πας να δουλέψεις στην τάδε νομική εταιρεία; Χρυσή θα σε κάνουν. Έχω την Τρίσα εγώ. Δε γίνεται αυτό. Ποιος θα φροντίσει την Τρίσα; Γυρνούσε και με κοιτούσε. Περίμενα το χαμογελο της αλλά δε χαμογελούσε ποτέ. Δυο διαπεραστικά μαύρα μάτια που μου τρυπούσαν την ψυχή ως το βάθος της. Γιατί πάντα η μαμά έβρισκε το πιο βαθύ μου σημείο, εκείνο που αν το σκάλιζες λίγο, ούρλιαζα δίχως σταματημό. Ακόμη και με τα μάτια της το ίδιο έκανε. Ήταν σαν κόλπο.


Jan 3, 2023

Γιου τιουμπ

 


Η Φα είχε μια εκνευριστική συνήθεια. Δε με άφηνε ποτέ να τελειώσω τη φράση μου. Πάντα με έκοβε γιατί είχε κάτι καλύτερο να πει. Για αυτό κι εγώ κάποτε την έφτυσα ακριβώς τη στιγμή που έκοψε την ομιλία μου σε ένα συνέδριο. Ήμουν ανάμεσα στους κεντρικούς ομιλητές, ήταν η δεύτερη ημέρα του συνεδρίου, η Φα είχε τελειώσει με τη δική της ομιλία και είχε αποφασίσει να ανακατευτεί με το κοινό. Ο στόχος της ήταν ένας: να με εκνευρίσει. Tα κατάφερε πολύ γρήγορα. Καθόταν στην πρώτη σειρά με ένα ειρωνικό μειδίαμα σα να μου έλεγε “έλα λοιπόν ξεκίνα να μιλάς κι εγω δε θα σε αφήσω όπως πάντα.” Κρατούσε στα χέρια της το τελευταίο μας βιβλίο, τσαλακωμένο με σκισμένο το κάλυμμα. Έτρωγε τυρόπιτα, τα τρίμματα έπεφταν σωρηδόν πάνω στις ανοιχτές σελίδες και συνέχιζε να μειδιά μπουκωμένη. Φυσικά γνώριζε ότι δεν μπορείς να τρως σα ζωντόβολο μέσα στην αίθουσα ενός συνεδρίου και ειδικά όταν είσαι ομιλήτρια. Τα χείλη της πλατάγιζαν αργά και σαλιωμένα σε κάθε τερατώδη μπουκιά που έτρωγε. Το στόμα της άνοιγε ίδιο με χαώδες σπήλαιο.  Ένα μυθικό κτήνος μουγκρίζε από τα βάθη μιας αβύσσου και με πλησίαζε απειλητικά. 


Την αγνοούσα αλλά η Φα δεν καταλαβαίνει από άγνοια, αδιαφορία, περιφρόνηση. Κάθε φορά που γυρνούσα το βλέμμα μου αλλού το γουργουρητό της αβύσσου μεγάλωνε. Έβαλα τα δυνατά μου να συγκεντρωθώ στην παρουσιάσή μου και τα κατάφερνα μέχρι που τόλμησε να σηκώσει το χέρι και να ρωτήσει ακόμα μπουκωμένη αν μπορούσα να επαναλάβω επακριβώς τις τελευταίες τρεις προτάσεις μου. Ναι, ακριβώς αυτό είπε. Ποιος ρωτάει στη μέση ενός συνεδρίου κάτι τέτοιο και μάλιστα δίχως καν να παρει την άδεια; 

Πήγα κοντά της, χαμογέλασα, και την έφτυσα. Αχ, πως το ευχαριστήθηκα. Η άθλια μου επιτέθηκε με πρωτοφανή δύναμη, τραβώντας τα γυαλιά μου και προσπαθώντας να ξεριζώσει τα μαλλιά μου. Την κλώτσησα και την ξανακλώτσησα με όλη μου τη δύναμη. Μου έχωσε τα νύχια στο μάγουλο κι εγώ άστραψα άλλο ένα χαστούκι, ίσως να της έριξα και γροθιά, δε θυμάμαι καλά. Η αδρεναλίνη μου ήταν στα ύψη και όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο όλα είναι λίγο θολά. 

Δεν έβγαζε κανέναν ήχο όσο προσπαθούσε να με γονατίσει. Ούτε κι εγω. Ήταν μια ολιγόλεπτη βουβή πάλη, κάτι που έκανε το κοινό νωθρό στις αντιδράσεις του. Παρακολουθούσαν σαν υπνωτισμένοι. Κάποιοι μας χώρισαν στο τέλος, βγάζοντάς μας έξω από την αίθουσα και κάποιοι κάλεσαν την αστυνομία. 

Κατέληξα να χάσω τη δουλειά μου, γίναμε θέαμα στα κανάλια, οι εφημερίδες έγραψαν για το απίστευτο γεγονός που συνέβη στο συνέδριο ανάμεσα σε δυο γνωστές επιστήμονες, άρχισαν όλοι τις γνωστές αηδίες για τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζαμε και οι δυο, αναρωτήθηκαν μήπως πειραματιζόμασταν με τα χάπια του εργαστηρίου, μίλησαν ως και για την παιδική μας ηλικία. Δε με ενδιέφερε τίποτα απο όλα αυτά. Στο μυαλό μου έλαμπε σαν ζωογόνος ήλιος η έκπληξή της τη στιγμή που τη χαστούκισα. Ήταν κάτι που έπρεπε να είχα κάνει από την αρχή της γνωριμίας μας όταν της είπα “Ελάτε, θα σας δείξω που είναι το δωμάτιο προμηθειών’’ κι εκείνη δεν απάντησε απολύτως τίποτα. Ως και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές παρακολουθώ ταυτόχρονα το βίντεο που έγινε ανάρπαστο στο γιου τιουμπ. Έχει φτάσει τις ένα εκατομμύριο θεάσεις. Δείχνω πολύ αποφασισμένη, άγρια και δυνατή. Ειδικά τη στιγμή που την κλωτσάω για δεύτερη φορά είμαι έξοχη.





Sep 10, 2022

Ο φάρος που έγερνε 2


Την επόμενη ο φάρος έγερνε λίγο περισσότερο και τη μεθεπόμενη είχε πάρει κανονική κλίση. Σκέφτηκα να τηλεφωνήσω στο δημαρχείο αλλά το ότι θα έπρεπε να μιλήσω με κάποιον δημόσιο υπάλληλο που θα κρυφογελούσε πίσω από το ακουστικό δε μου φαινόταν και τόσο δελεαστικό. Ίσως να σήκωνε και το τηλέφωνο περιπαικτικά στον αέρα για να δείξει στους άλλους ηλίθιους στο τμήμα του ότι μιλάει με κάποια κούκου.


Άνοιξα την τηλεόραση.  Η κλίση του φάρου δεν ήταν πουθενά στις ειδήσεις. Κάθε λίγο άλλαζα κανάλι σίγουρη ότι θα είναι η πρώτη είδηση τουλάχιστον στα τοπικά νέα αλλά δεν υπήρχε κανένα ρεπορτάζ με ξεμαλλιασμένους ρεπόρτερ να τρέχουν με αλφάδια και μεζούρες γύρω από την περίμετρο του φάρου μπήγοντας κραυγές “ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ κυριες και κύριοι, ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ, ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ!”. Σκέφθηκα ότι η αδερφή του Μαργκό έκανε κι εκείνη κάποιους περίπατους ως το φάρο, σπάνια βέβαια αλλά ίσως είχε πάει προς τα εκεί τις τελευταιες ημέρες. Αποφάσισα να την πάρω τηλέφωνο. Μίλησα χωρίς περιστροφές. 


“Φλερύ η Σίλα είμαι, μήπως έχεις δει κάτι παράξενο στο φάρο;” Οχι, δεν είχε επισκεφθεί το φάρο πρόσφατα. “Σε παρακαλώ, πήγαινε στο παράθυρό σου και κοίτα προς το φάρο. Ναι, τωρα. Βλέπεις κάτι ασυνήθιστο;” Όταν απάντησε πως δε βλέπει κάτι το ασυνήθιστο και τέλος πάντων τι θέλω τώρα, για ποιο λόγο την πήρα τηλέφωνο,  δε σκέφτηκα πως είναι η γνώριμη, κρύα, παγωμένη, ξερή, πεθαμένη δίχως να το ξέρει, Φλερύ. Έκλεισα το τηλέφωνο απότομα. Πήρα μικρές ανάσες και ξαναπήγα στο παράθυρο της τραπεζαρίας.


Ήταν η κλασσική Φλερύ που ποτέ δε με συμπάθησε και βρήκε ευκαιρία να με ταράξει τώρα. Ο φάρος έγερνε. Το έβλεπα. Το ξαναέβλεπα. Έγερνε πολύ πλέον. Πως είναι δυνατόν να μην μπορούσε να το δει; Θυμήθηκα όταν την πρωτογνώρισα. Ψηλή, γεμάτη, με ηγεμονικό κεφάλι και ωραία λευκά χέρια. Πάνω από το αριστερό αυτί της ένα μικρό, πολυ σικ στεκάκι. Ήταν τυλιγμενη σε μια κασμιρένια εσάρπα. Χαίρω πολύ μου είχε πει τείνοντας μου το χέρι της όπως η βασιλισα τείνει το χέρι της στον αυλικό της. Της είχα φανεί μια απλοϊκή χωριάτισα, ήμουν σίγουρη για αυτό. Ο αδερφός της μπορούσε πολύ καλύτερα από εμένα. Ο Μαργκό την υπερασπίστηκε όταν του το είπα. Είχα ζωηρή φαντασία και ήμουν καχύποπτη με τους ανθρώπους.


Αποφάσισα να μην κοιμηθώ τη νύχτα. Θα έκλεινα τις βαριές κουρτίνες αλλά θα άφηνα μια ελάχιστη χαραμάδα απ’οπου θα μπορούσα να δω τι γίνεται. Γιατί ήμουν βέβαια ότι κάτι γίνεται. Ήταν ένα ανεξήγητο μυστήριο; Δεν υπάρχουν ανεξήγητα μυστήρια. Ήμουν αποφασισμένη να το ξεδιαλύνω το ίδιο βράδυ.



Aug 24, 2022

Ο φάρος που έγερνε, 1

Το όνομα μου είναι Σίλα. Μένω σε μια απομονωμένη περιοχή. Το σπίτι μου, ένα παλιό μουντό σπίτι με ξεβαμμένα πράσινα παράθυρα, βρίσκεται σχεδόν στην άκρη ενός γκρεμου πάνω από τη θάλασσα. Η θέα μου μέσα από το μεγάλο παράθυρο της τραπεζαρίας είναι ο φάρος της Μαύρης Γάτας, ονομασία που οι ντόπιοι επινόησαν και μόνο οι ντόπιοι χρησιμοποιούν. Κάποια μαύρη γάτα κάποτε υποθέτω. Παραμυθάκια για παιδιά.


Είναι
ένας φάρος πολύ επιβλητικός. Μοιάζει περισσότερο με προπύργιο και όχι με φάρο. Χτισμένος με γκρι πέτρα που έχει σκουρύνει από την πολυκαιρία και ολόλευκα μακρόστενα παράθυρα. Έχει ένα πολύ μεγαλοπρεπές μπαλκόνι που μου εξάπτει την περιέργεια. Θα ήθελα να ανέβω εκεί και να χαζέψω τη θάλασσα από τόσο ψηλά και κοντά. Κάποτε προσπάθησα να πάρω άδεια επίσκεψης αλλά η υπάλληλος στο δημαρχείο γέλασε όταν της το είπα. Μια αντιπαθέστατη, ηλίθια κοκκινομάλλα που σίγουρα γουργούριζε μέσα της με ευχαρίστηση πιστεύοντας ότι τα μακρυά της νύχια βαμμένα στο χρώμα του σάπιου χώματος και η τεράστια πέτρα αχάτη στο βραχιόλι της αναβόσβηναν τις λέξεις ‘’δημόσιο κύρος” πάνω από το κεφάλι της. Θα μπορούσε απλά να μου πει οτι ο φάρος είναι μη επισκέψιμος αντί να χασκογελάσει. Έχω μάθει όμως να αγνοώ την αγένεια των ανθρώπων από μικρή. Προσποιούμαι ότι δεν την παρατηρώ και έτσι υποχωρεί γρηγορότερα.



Ο φάρος είναι κυλινδρικός με ύψος σαράντα μέτρα. Ένα μακρύ στενό δρομάκι οδηγεί σε αυτόν. Τα απογεύματα μου αρέσει να περπατώ ως εκεί. Περπατώ αργά και χαλαρά. Δε σκέφτομαι ποτέ πράγματα που έγιναν στο παρελθόν ή πράγματα που έχουν σχέση με το παρόν. Δε σκέφτομαι ούτε το μέλλον. Δε σκέφτομαι τίποτα. Το κεφάλι μου είναι κενό και νομίζω μόνο τότε είμαι σε απόλυτη ευφορία. Μακάρια θα έλεγα. Οι ήχοι των κυμάτων και του άερα με πλημμυρίζουν από τα νύχια ώς την κορυφή του κεφαλιού μου. Σταδιακά, σαν την παλίρροια. Πατούσες, γόνατα, γοφοί, κοιλιά, στήθος, στόμα, αυτιά, μάτια. Με εξάπτει αυτή η ανοδική πλημμυρίδα. Νοιώθω ότι μουδιάζω, έχω ακριβώς την ιδια αίσθηση όπως όταν ξυπνάω έχοντας πατήσει το χέρι μου μές στον ύπνο μου . Κάποιες φορές κοντοστέκομαι και αφήνομαι στον αέρα. Τα ρούχα μου ανεμίζουν, χτυπούν επάνω στο σώμα μου κάνοντας φασαρία σαν τρελλά, εγώ διπλώνω τα μπράτσα μου μπροστά στο στήθος, κλείνω τα μάτια σφιχτά και απλά κάθομαι εκεί με τον αέρα να εισβάλλει σα δαιμόνιο σφυρίζοντας βαθιά μέσα στα αυτιά μου. Σίγουρα αν κάποιος με έβλεπε θα αναρωτιόταν τι κάνω ακίνητη τόση ωρα αλλά δεν υπάρχει ποτέ κανείς. Είμαι πάντα μόνη μου. Η μοναχική περιπατήτρια. Έτσι με έλεγε ο Μαργκό. Σιγά τον ευφάνταστο χαρακτηρισμό. Ο Μαργκό αρέσκονταν σε τέτοιους λεκτικούς ρομαντισμούς. Εγώ αρέσκομαι στα περίεργα. Το πρώτο πράγμα που με τράβηξε κοντά του ήταν το ότι του είχαν δώσει γυναικείο όνομα.

Το πιο περίεργο όμως πράγμα νομίζω ότι συνέβη λίγες ημέρες πριν. Κοιτώντας ένα πρωί μέσα από το παράθυρο της τραπεζαρίας, διαπίστωσα πως ο φάρος έδειχνε διαφορετικός. Στην αρχή δεν μπορούσα να προσδιορίσω τι ακριβώς ήταν αυτό που τον έκανε να δείχνει αλλιώτικος αλλά όταν κατάλαβα, αισθάνθηκα κεραυνοβολημένη. Ο φάρος έγερνε ελαφρώς προς τα αριστερά. Σχεδόν ανεπαίσθητα. Σαν ένα τεράστιο χέρι να τον είχε σπρώξει κατά τη διάρκεια της νύχτας. Άνοιξα τον υπολογιστή μου κι έψαξα αν κάποιος σεισμός είχε γίνει κάπου κοντά αν και ήξερα ότι ακόμη και κάτι τέτοιο να είχε συμβεί θα ήταν αδύνατον ο φάρος να είχε γείρει. Η αιτία που εψαχνα ήταν ηλίθια αλλά ήμουν τόσο αναστατωμένη που δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι άλλο. Κανένας σεισμός.

Την επόμενη ο φάρος έγερνε λίγο περισσότερο. 


image: Portrait of Margaret Schilling
Collage: R.B.

Είμαι, ήμουν;

Για δεκαετίες ήμουν μια γυναίκα ύψους 1,80. Ύψος καθορισμένο, ύψος επίσημο, ύψος εγκεκριμένο από γιατρούς, από μεζούρες, από την ίδια την τ...