Oct 14, 2016

Το έλασμα



Ξύπνησα τα ξημερώματα από ένα έντονο όνειρο. Ένας άντρας ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα επιδίδονταν με περίεργη αφοσίωση σε

Jul 3, 2016

Οι κόκκινες κορδέλες

Για πρώτη φορά από τότε που επέστρεψα από τη Μασσαχουσέτη, ονειρεύτηκα ότι ξαναγύρισα εκεί. Δε με περίμεναν άνθρωποι. Μόνο μια αγέλη μικρών σκυλιών. Έψαχνα εναγωνίως να βρω τον Σάνυ Μπόι, το σνάουζερ με τα ανθρώπινα μάτια, ίσως το μοναδικό ζώο με το οποίο κατάφερα να αναπτύξω έναν πραγματικό δεσμό, αλλά δεν μπορούσα να βρω κάποιο ίχνος του. Κουρασμένη κάθισα στην πίσω βεράντα του σπιτιού που με φιλοξένησε για ένα ολόκληρο καλοκαίρι στο Γουρστερ της Βοστώνης, όταν μια κόκκινη κορδέλα δεμένη σε ένα δέντρο τράβηξε την προσοχή μου. Κατέβηκα στον κήπο, έλυσα την κορδέλα και την κράτησα στα χέρια μου κοιτώντας την προσεκτικά. Ήλπιζα πως εξετάζοντάς την θα μπορούσα να καταλάβω ποιος και γιατί την έδεσε εκεί. Ξαφνικά, όπως συνήθως συμβαίνει στα όνειρα, το χώμα κάτω από τα πόδια μου κουνήθηκε. Άρχισα να σκάβω γρήγορα, βάζοντας όλη μου τη δύναμη. Όσο έσκαβα παρατηρούσα από μια άλλη οπτική γωνία που στην πραγματικότητα δε θα ήταν δυνατόν να υπάρχει, ότι το σπίτι πίσω μου μίκραινε σταδιακά. Κάθε φορά που κοιτούσα προς τα πίσω το έβλεπα όλο και μικρότερο. Τα σκαλιά της βεράντας είχαν γεμίσει μικρά σκυλιά ράτσας που με παρακολουθούσαν σιωπηλά, δίχως να κάνουν την παραμικρή κίνηση. Και κάθε φορά που η σμίκρυνση συντελούνταν, έστω και στο ελάχιστο, η βεράντα παλλόταν σαν ανθρώπινο όργανο κάτω από το στηθοσκόπιο. Ήξερα πως ο Σάνυ Μπόι είχε πεθάνει και αυτό έκανε τα μάτια μου να γεμίσουν δάκρυα. Πολλές φορές στα όνειρά μου βλέπω σπίτια που είναι ζωντανά, σπίτια που με στοιχειώνουν εδώ και χρόνια σαν επαναλαμβανόμενο μοτίβο στον ύπνο μου. Αυτό μπορούσα να το θυμάμαι ξεκάθαρα, ακόμη και μέσα στο όνειρό. Και πολλές φορές αισθάνομαι ένα παράξενο είδος συμπόνοιας προς αυτά τα σπίτια που πάλλονται, μικραίνουν, μεγαλώνουν, χωρίζονται στα δύο, γεμίζουν νερά, αλλάζουν δωμάτια, παγιδεύουν και προσκαλούν όπως ακριβώς ένα ανθρώπινο σώμα.


Οι κόκκινες κορδέλες πολλαπλασιάστηκαν. Υπήρχε από μια σε κάθε ξύλινο κάγκελο. Δε γνώριζα τι σήμαιναν όλα αυτά. Ποιος προσπαθούσε να μου μιλήσει και τι ήθελε να μου πει. Σταμάτησα να σκάβω. Είχα μόνο τη γνώση ενός άλλου εαυτού που με παρακολουθούσε μέσα από τον ύπνο μου. Ξάπλωσα μπρούμυτα στο χώμα και προσπάθησα να αποκοιμηθώ. Πώς να είναι άραγε να κοιμάσαι μέσα στον ύπνο σου; Ίσως το σώμα και ο εγκέφαλος να βιώνουν ένα είδος απαραίτητης χαλάρωσης που μπορεί να επιτευχθεί μόνο έτσι. Και το λέω αυτό γιατί ξύπνησα αναζωογονημένη, αν και ανήσυχη, καθώς έφερνα στο νου μου τις κορδέλες και τα μικρά εκείνα σκυλιά. Θυμήθηκα έναν παλιό φίλο ζωγράφο που με είχε βεβαιώσει ότι κάθε σπίτι που ονειρεύομαι είναι το ίδιο μου το μυαλό το οποίο προσπαθεί να μου μιλήσει. Για παράδειγμα το υπόγειο ξεκάθαρα αντιπροσωπεύει το υποσυνείδητο και το γεγονός ότι συχνά ονειρεύομαι υπόγεια μέσα στα οποία χάνομαι για λίγο, δείχνει το πόσο μπερδεμένη είμαι. Πάντα με σώζουν όμως οι σκάλες που ξεφυτρώνουν στα ξαφνικά αλλάζοντας θέσεις. Αυτό δείχνει ότι μπορώ πάντα και μηχανεύομαι τρόπους για να γλυτώσω από την ίδια μου την εσωτερική αγωνία που προσπαθεί να με καταβροχθίσει. Η αγωνία είναι ένα μεγάλο στόμα. Ο Τριστ ήταν πολύ σίγουρος για αυτά τα πράγματα. Ο Τριστ γενικώς ήταν σίγουρος για πολλά πράγματα. Δεν μπορούσα να αποφασίσω αν αυτή η σιγουριά με είλκυε ή με απωθούσε. Μάλλον και τα δυο, όπως ακριβώς μας συμβαίνει με έναν άνθρωπο που μας μοιάζει λίγο.


Είχα αποφασίσει να μη μιλήσω σε κανέναν για το όνειρο. Βέβαια μετά δεν μπόρεσα να κρατηθώ και το έγραψα από την αρχή ως το τέλος . Ίσως να μπορούσα να το εξηγήσω αργότερα απλά και μόνο διαβάζοντάς το. Ίσως να φανταζόμουν τι απάντηση θα μου έδινε ο Τριστ αν ζούσε ακόμα. Μπορεί κανείς να μην μπορούσε να το εξηγήσει ή να σκέφτόταν πως τα περίεργα όνειρά μου ήταν μάλλον ένας τρόπος με τον οποίο επιζητούσα την προσοχή. Το από ποιον την επιζητούσα ακριβώς και για ποιο λόγο είναι ένα πολύ καλό, πραγματικά καλό, ερώτημα με μερικές ενδιαφέρουσες απαντήσεις.


May 22, 2016

Όχι κουμπιά

Ημέρα 32η


Η γυναίκα με τα μπλε μαλλιά. Ναι η ηλικιωμένη. Ξαναήρθε, αλλά αυτή τη φορά ο Μοδέστος την πλησίασε με αποφασιστικότητα, έξω από την αίθουσα,  πριν καν ξεκινήσει η παράσταση. «Όχι κουμπιά», της είπε κοφτά. «Καλύτερα μη δίνετε καθόλου φιλοδώρημα. Είναι ντροπιαστικό για εσάς την ίδια να μου δίνετε κουμπιά.» Ξαφνιάστηκα. Πρώτη φορά τον άκουγα να μιλάει τόσο πολύ. Η φωνή του ήταν ένα συρτό μουρμούρισμα δίχως κανέναν παλμό. Μιλούσε σα να υπαγόρευε κάποιο κείμενο. Εκείνη τον κοίταξε ατάραχη.
«Πρόκειται για κουμπιά από τη στολή του βασιλιά Παύλου. Θα έπρεπε να είστε ιδιαιτέρως ικανοποιημένος που σας αμείβω με αυτά. Και αυτό επειδή σας συμπαθώ. Κι εσείς μου μιλάτε με τόση αυθάδεια ξαφνικά.»

«Γιατί έρχεστε και βλέπετε συνεχώς την ίδια παράσταση;»

Η γυναίκα στράβωσε υποτιμητικά τα χείλη της.

«Δεν καταλάβατε τι σας είπα πριν. Του βασιλιά Παύλου. Δε θα με ρωτήσετε πως τα βρήκα»
«Όχι»

Η άρνησή του δεν έδειξε να την πτοεί. Στάθηκε μπροστά του, πλησιάζοντας τον περισσότερο από ό,τι θα έπρεπε και άρχισε να του εξιστορεί πως η γιαγιά της ανήκε στην αυλή της βασίλισσας. Ο βασιλιάς τη συμπαθούσε πολύ και πολλές φορές της έδινε ό,τι έβρισκε μπροστά του. Κάθε μέρα μικροδωράκια. Κουμπιά, πορσελάνες, πανάκριβα κοσμήματα, γραμματόσημα, πετσέτες, πένες, ως και μία συλλογή από ρομπ ντε σαμπρ. «Καταλαβαίνετε φυσικά πως ο βασιλιάς ήταν τσιμπημένος με τη γιαγιά μου, η οποίος παρεμπιπτόντως υπήρξε γυναίκα εξαίσιας ομορφιάς. Νομίζω ότι απατούσε τη βασίλισσα μαζί της. Κι εγώ ξέρετε ήμουν εξαίσιας ομορφιάς όταν ήμουν νεότερη.»

Ο Μοδέστος την άκουγε σα να είχε μπροστά του μια παρανοϊκή. «Το όνομά μου είναι Δαμασκηνία. Ελπίζω να καταλάβατε τώρα την ακριβή αξία των φιλοδωρημάτων μου και να πάψετε να είστε άξεστος.»

Μέρα 43η

Ο Μοδέστος δεν ξαναμίλησε από εκείνη την ημέρα. Γρήγορα ξαναβρήκε τους ρυθμούς της σιωπής του. Τουλάχιστον ήξερα πως μπορούσε να αρθρώσει λόγο. Αποφάσισα να γίνω λίγο πιο τολμηρός και καθώς λαγοκοιμόταν, ψιθύρισα μέσα στο αυτί του το όνομά του. Δυο φορές. Ορκίζομαι πως έστρεψε το κεφάλι του και με κοίταξε ακριβώς μέσα στα μάτια. Αλλά αυτό είναι αδύνατον. Κι επειδή κανείς δεν μπορεί να με δει και επειδή δεν έχω μάτια.


image: L.Karrington

Θωρηκτό Βαρσανουφία 4

Kεφάλαιο 2 Τρίτη 4:15 μ.μ. «Λεό, πρέπει να μου τηλεφωνήσεις   όσο το δυνατόν πιο σύντομα. Προσπαθώ από το πρωί να σε βρω, γιατί ...