Jul 14, 2020

Οι μύξες 2




Ο Ρόθι έβαλε βιαστικά το μάτσο ξανά στην τσέπη του. Αισθανόταν αναστατωμένος. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει το λόγο και αυτό επέτεινε την αναστάτωσή του. Έβγαλε το εφεδρικό μεταξωτό μαντήλι από την πίσω τσέπη. Το είχε πάντα μαζί του για κάποια απροσδόκητη επίσημη περίπτωση και το γεγονός ότι τον κορόιδευαν στην αίθουσα συσκέψεων ίσως να ήταν επίσημο. Αλλά ούτε αυτό μπορούσε να συγκρατήσει τους ανοιχτούς ουρανούς. Ζήτησε συγγνώμη και βγήκε έξω τρέχοντας. Ο Νόα, ο επιστάτης τον ρώτησε αν είναι καλά. Ο Ρόθι ένευσε καταφατικά εξακολουθώντας να μπουκώνει τη μύτη του με το μαντήλι και ο Νόα συνέχισε το γυάλισμα των κηροπήγιων ρίχνοντας  κλεφτές ματιές προς τη μεριά του.

Η κηδεία κανονίστηκε για  μετά από δυο ημέρες. Όταν έβγαλαν το νεκρό από το ψυγείο για την προετοιμασία ο Ρόθι πρόσεξε ότι τα κατάξανθα μαλλιά του έμοιαζαν σα φρεσκογυαλισμένο άχυρο. Ο γαμπρός της Χάνα ήταν ψηλός και αδύνατος. Το κουστούμι έπλεε επάνω του με κωμικό τρόπο και οι σχεδόν λευκές βλεφαρίδες του τον έκαναν να μοιάζει με φάντασμα. Ο Ρόθι τακτοποίησε τα χέρια του όπως ήξερε να κάνει. Αναγκάστηκε να βάλει βαζελίνη για να γλιστρήσει η βέρα. Έριξε μια βιαστική ματιά στο εσωτερικό της. Δυο αρχικά ονομάτων και μερικές λέξεις ήταν χαραγμένα : M, T, θα σε αγαπώ για πάντα. Ρούφηξε δυνατά τη μύτη του και ρουθούνισε κάνοντας έναν ήχο περίεργο που δε συνήθιζε. Η Χάνα τον κοίταξε πάνω από τα γυαλιά της. Δώσε μου τη βέρα Ρόθι, θα την παραδώσω εγώ στον Μάικ.

Η τελετή έγινε στο νεκροταφείο του Μονπελιέ το οποίο απλώνονταν μελαγχολικό και απέραντο επάνω σε έναν καταπράσινο λοφίσκο. Ο αδερφός της Χάνα έκλαιγε απαρηγόρητος και η Χάνα τον αγκάλιαζε σφιχτά ψιθυρίζοντάς του λόγια παρηγοριάς στο αυτί. Πριν το φέρετρο κλείσει για πάντα ο Ρόθι είχε φροντίσει να καθάρισει με αντισηπτικά  ο,τι υγρό είχε στάξει από τα ρουθούνια του πάνω στα κρέπια. Ήταν ο πρώτος νεκρός στα χρονικά του γραφείου που το κεφάλι του δεν στεφανώνονταν από μύξα.

Ο αδελφός της Χάνα ήρθε ξανά στο γραφείο για να ευχαριστήσει τους υπαλλήλους. Κουβαλούσε δυο μεγάλα φαντεζί κουτιά  με πολύχρωμους φιόγκους γεμάτα εκλέρ. Η Μεγκ και η Ντόρις έτρεξαν να βοηθήσουν λέγοντάς του ότι δεν ήταν ανάγκη ούτε να τους φέρει γλυκά ούτε να ξοδευτεί στο πιο ακριβό ζαχαροπλαστείο της περιοχής. Τα εκλέρ αφέθηκαν στον πάγκο της μεγάλης κουζίνας  όπου οι υπάλληλοι έκαναν τα μικρά τους διαλείμματα για καφέ ή τσιγάρο. Η Μέγκ άνοιξε το πάνω κουτί και στράβωσε τα χείλη της απαξιωτικά. Εκλέρ έφερε ο τσιγκούνης;  Δεν μπορούσε να φέρει κανα μάρζιπαν; Αχ, το Κουινς Καπς έχει τέλεια γλυκά από πάστα αμυγδάλου! Ας βολευτούμε όμως με ό,τι έχουμε. Τον φτηνιάρη, τόσα λεφτά έχει.

Μπουκώθηκε με ένα εκλέρ και αναστέναξε. Η Ντόρις τη μιμήθηκε. Είδες πόσο άσχημος ήταν ο άντρας του; Και πόσο αδύνατος! Η Μεγκ γέλασε δυνατά. Απορώ πως το έκαναν! Εγω θα φοβόμουν μη μου σπάσει ο καημένος.

Ο Ρόθι τις άκουγε σιωπηλός. Νομίζω πως ο Τόμ ήταν όμορφος είπε δειλά.

image: Giannis Tsarouhis

Jul 11, 2020

Felines in T-shirts , 1



Λοιπόν, ακούστε πως είχαν τα πράγματα. Ωραίο καλοκαιρινό απόγευμα, από αυτά που το φως τους σε κανει να νομίζεις ότι βρίσκεσαι ξανά στην παιδική σου ηλικία. Λίγο πορτοκαλί, λίγο λευκό και λιγο χρυσαφί. Πάνω από το κεφάλι μου υπήρχε το κατωφλι μιας ψηλής πόρτας. Απέναντι, άλλη μια πόρτα και ένας τεράστιος μακρύς διάδρομος ανάμεσά τους. Πρόσεξα πρώτα εκεί τις δυο γάτες. Κουλουριασμένες η μία κοντά στην άλλη. Προχωρώ, προχωρώ, προχωρώ, ο διάδρομος είναι ατελείωτος και μόλις τις πλησιάζω, η μια από τις γάτες  μου μιλά με ανθρώπινη φωνή πληροφορώντας με οτι βρίσκεται εκεί για να ελέγχει ποιος μπαίνει. Αμέσως μου ήρθε στο μυαλό ότι η γάτα πρέπει να ήταν ο Άγιος Πέτρος. Δεν ξέρω γιατί το σκέφτηκα αλλά το σκέφτηκα. Πολλές φορές κάνω περίεργες σκέψεις. Τότε ποια είναι η άλλη γάτα αναρωτήθηκα αν και κατάλαβα ότι ήδη γνώριζα την απάντηση. Η άλλη γάτα ήταν ο εξαποδώ. Αυτή δε μιλούσε. Κοίταζε ράθυμα, μιά εμένα μια την άλλη γάτα. Δεν ήξερα τι να πω, δεν ήξερα αν έπρεπε να μιλήσω. Με τα ζώα δεν τα πηγαίνω πολύ καλά, αισθάνομαι έναν φόβο κάθε φορά που είμαι κοντά τους. Στεκόμουν αμίλητος. Το μέρος μού έφερε στο μυαλό ένα καλοκαιρινό ξενοδοχείο όπου πηγαίναμε με την μητέρα μου όταν ακόμη την κρατούσα από το χέρι. Δίπλα μου ακουγόταν ο παφλασμός του νερού με τον ήχο που κάνει όταν κάποιος το χτυπάει ρυθμικά με ένα κουπί.

Η δεύτερη γάτα αποφάσισε να χασμουρωθεί τεντώνοντας τον κορμό της  και φανερώνοντας για δευτερόλεπτα τα νύχια της:  Το έχεις καταλάβει φαντάζομαι ότι έχεις χαθεί, η έξοδος είναι στη λίμνη, βούτα μέσα λοιπόν. Η λίμνη βρίσκονταν πίσω από τις γάτες αλλά δεν την είχα προσέξει. Έμοιαζε σαν ξεκολλημένο φόντο ενός πίνακα που κάποιος το έκοψε και το έφερε εκεί για σκηνικό. Μικρή και στρογγυλή με κρυστάλλινα νερά. Εντάξει είπα μόνο πριν ξεκινήσω να περπατάω πάνω στο νερό. Λέω την αλήθεια, ακούγεται απίστευτο, το γνωρίζω αλλά δεν είναι ψέμα. Θυμάμαι μάλιστα ότι με ενοχλούσε η σκέψη ότι θα βρέξω τα ρούχα μου. «Σου είπα να βουτήξεις», ξαναείπε η δεύτερη «αν και αυτό που κάνεις δεν μπορώ να πω, είναι διασκεδαστικό, μου θυμίζεις έναν παλιό μας φίλο. Του άρεσε να περπατά πάνω στο νερό.»

Η πρώτη γάτα νιαούρισε δυνατά στο άκουσμα της παραπάνω φράσης. Νομίζω πως και οι δυο τους με κορόιδευαν και τότε μου ήρθε η επιθυμία να τις πνίξω. Έχω αυτήν την επιθυμία εδώ και κάποια χρόνια. Μου αρέσει να πνίγω. Ξεκίνησα με μυρμήγκια και μύγες. Προχώρησα σε σκίουρους και λαγούς. Μένω σε δάσος και βρίσκω αφθονα.

Κάποιοι από το κοινό  ξερόβηξαν απότομα ακούγοντας τα τελευταία λόγια μου. Μια καρέκλα έτριξε καθώς την τράβηξαν νευρικά πάνω στο πάτωμα. Έβγαλα τα γυαλιά μου κι έκανα μια παύση. Κοίταξα τους ανθρώπους που βρίσκονταν μαζεμένοι στην αίθουσα του Crompton Collective. Αμερικάνοι της μεσαίας τάξης, οι περισσότεροι καλοντυμένοι, φουλάρια, ζακέτες από καλά καταστήματα, μεγάλες τσάντες, γυαλιά από ακριβά καταστήματα οπτικών ειδών. Κρατούσαν τα χέρια τους σφιχτά δεμένα μπροστά από το στήθος τους ή πάνω στα γόνατά τους. Η αναφορά μου στο πνίξιμο σκίουρων και λαγών είχε σίγουρα σοκάρει την πολιτική τους ορθότητα αλλά οι New York Times είχαν αναφορά στο βιβλίο μου. Μπορούσα λοιπόν να πνίγω και σκίουρους και λαγούς. Τους χαμογέλασα. Ο εκδότης μου χειροκρότησε πρώτος και όλοι τον ακολούθησαν.

_Το όνειρό σου έχει πολλές λεπτομέρειες Αλέξανδρε.

_Μου αρέσουν οι λεπτομέρειες γιατρέ. Οπότε φροντίζω και τα όνειρά μου να έχουν πάντα πολλές.

Ο γιατρός κάτι σημείωσε στο μπλοκάκι του.

_Ναι, φροντίζεις, ακριβώς αυτό. Θα ήθελα να δεις ένα όνειρο δίχως τόσες πολλές λεπτομέρειες, να σημειώσεις τι συμβαίνει μέσα σε αυτό και να μου διηγηθείς μόνο τις πράξεις και τα γεγονότα. Οι λεπτομέρειες πολλές φορές μάς απομακρύνουν από την ουσία κι έχω την εντύπωση ότι τις χρησιμοποιείς για να κρυφτείς.

_Γιατρέ, αντιθέτως, οι λεπτομέρειες είναι πιο σημαντικές από την ουσία.

_Τέλος πάντων, θέλω την επόμενη φορά να μου διηγηθείς κάτι σύντομο με ελάχιστες ή καθόλου λεπτομέρειες. Μα σοβαρά τώρα θυμάσαι τι πουλόβερ φορούσαν οι αναγνώστες στην παρουσίαση; Εκτός αν το στάδιο της εκλογίκευσης σε σένα λειτουργεί με κάποιον τρόπο τον οποίο να πρέπει να μελετήσουμε.

_Ζακέτες,  τον διόρθωσα.

_Και το ότι η γάτα τεντώθηκε και έδειξε τα νύχια της; Ή ότι οι καρέκλες στο βιβλιοπωλείο έτριζαν; Οι ήχοι είναι εξαιρετικά σπάνιοι στα όνειρα.

_Γιατρέ δε μου λέτε όμως τίποτα για τη σημασία που είχε το όνειρο. Τη λίμνη, τις γάτες, το φίλο τους που περπατούσε στο νερό, τον Άγιο Πέτρο , το διάβολο, το πνίξιμο. Τι συμβολίζουν όλα αυτά.

Με έκοψε υψώνοντας την παλάμη του. 

_Τυπικά σύμβολα. Όλα. Θέλεις να ακούσεις τι αντιπροσωπεύει ένα ένα; Ξέρεις ότι δε δουλεύω έτσι. Προτιμώ να ακούσω πρώτα κι άλλα όνειρα, να τα συνδυάσω με την καθημερινότητά σου και μετά να συζητήσουμε. Θέλω να σε ξαναδώ την επόμενη Πέμπτη.

_Δεν μπορώ την Πέμπτη γιατρέ. Τις Τετάρτες δε βλέπω όνειρα και δε θα έχω τι να σας διηγηθώ. Προτιμώ να σας διηγούμαι τα πιο πρόσφατα όνειρά μου.

Ο γιατρός χτύπησε το στυλό του πάνω στο μπράτσο της πολυθρόνας.

_Τις Τετάρτες δε βλέπεις όνειρα; Αλέξανδρε κάθε μέρα βλέπεις όνειρα αλλά έχεις διαλέξει, για κάποιο λόγο, να μη θυμάσαι τα όνειρα της Τετάρτης.

Προσποιήθηκα ότι σκυθρωπιάζω, δεν ήθελα να τον απογοητεύσω. Θα μπορούσα να πάω μια βόλτα από το Crompton Collective μόλις τελείωνε το ραντεβού μου. Να παρατηρήσω το χώρο και να θυμηθώ σε ποιο ακριβώς σημείο γινόταν η διάλεξή μου μέσα στο όνειρο.






Jun 25, 2020

Οι μύξες 1



Julia Soboleva








Ο συνεσταλμένος Ρόθι  δούλευε σε γραφείο τελετών. Ψηλός, γεροδεμένος, με ξυρισμένα  τα μαλλιά πάνω από τα αυτιά του. Τον ταλαιπωρούσαν συχνές ιώσεις που τις κολλούσε τη μία μετά την άλλη. Κουβαλούσε πάντα δυο ή τρία πακέτα χαρτομάντηλα στις τσέπες του. «Μην ανησυχείς» τον καθησύχαζε η Χάνα όταν σκούπιζε τη μύτη του με ένοχο ύφος. «Τι φοβάσαι; Ότι θα κολλήσεις τους πεθαμένους;». Ο Ρόθι χαμογελούσε δειλά και μόλις η Χάνα έφευγε άφηνε τη μύτη του να στάξει πάνω στα διακοσμητικά κρέπια των φερέτρων. Ένα σημείο όπου ήξερε ότι ποτέ κανείς δε θα έβλεπε τις μύξες του ήταν εκεί όπου ακουμπούσε το κεφάλι και η πλάτη του νεκρού. Περιμετρικά στο επάνω μέρος του φερέτρου. Ποιος θα ανασήκωνε τον πεθαμένο μέσα από το φέρετρο και για ποιο λόγο; Η μύτη του θλιβόταν  περισσότερο με αυτή τη σκέψη κι έτρεχε νερό. Δεν προλάβαινε ούτε τα χαρτομάντηλα να βγάλει από την τσέπη αλλά και όταν τα έβγαζε το φθηνό χαρτί τους ήταν πολύ λίγο για να συγκρατήσει τη ροή ενός καταρράκτη.

Η Χάνα ήταν η ιδιοκτήτρια της επιχείρησης. Το γραφείο της ήταν το μεγαλύτερο στο είδος και το μόττο «Είμαστε εδώ για εσάς» παρόλο που έμοιαζε με διαφήμιση σουπερ μάρκετ, καθησύχαζε όσους είχε χτυπήσει η μοίρα με το θάνατο ενός δικό τους ανθρώπου. Ο Ρόθι είχε τη στόφα του υπαλλήλου που προτιμούσε η Χάνα.  Γρήγορος, ακριβής, δεν έκανε αχρείαστες ερωτήσεις, έμπειρος, και μαζεμένος. Κυρίως το τελευταίο ήταν κάτι που ευχαριστούσε τους πελάτες οι οποίοι εκτιμούσαν την ευγένεια και την κατανόηση του πόνου τους. Ο Ρόθι περπατούσε στις μύτες των ποδιών του για να μην ενοχλεί και δε μιλούσε σχεδόν ποτέ, παρά μόνο όταν ήταν να συνεννοηθεί ως προς τις απαραίτητες διαδικασίες μιας τελετής. Ακόμη κι αυτό το έκανε κοιτώντας πάντα χαμηλά και συστρέφοντας αδιάκοπα τα δάχτυλά του. Τόσο ντροπαλός ήταν ο Ρόθι. «Ένα αρνί του Θεού» έλεγε  η Χάνα αλλά και οι υπόλοιποι υπάλληλοι.  Ανάμεσα στα καθήκοντά του ήταν  να τακτοποιεί το νεκρό μέσα στο φέρετρο και να τον σκεπάζει με τα λουλούδια που είχε διαλέξει η οικογένεια. Τα κρίνα και οι μαργαρίτες ερέθιζαν πιο πολύ το μόνιμο συνάχι του και όταν κάποιος αποφάσιζε πως με αυτά τα λουλούδια θα στόλιζαν το αγαπημένο πρόσωπο ο Ρόθι ίδρωνε και πάθαινε μικρές κρίσεις πανικού νομίζοντας ότι δεν μπορεί να αναπνεύσει. Ωστόσο, κατόρθωνε να φέρει τη δουλειά εις πέρας, φυσώντας, κολλώντας και κρύβοντας όλες τις ρινικές εκκρίσεις του στο γνωστό σημείο.

Όταν ο αδερφός της Χάνα που ζούσε στη Νέα Υόρκη, έχασε τον άντρα του ξαφνικά από ένα κομμάτι μήλου που σφήνωσε στο λαιμό του, ήρθε στο Βερμόντ για να κανονίσει τα της κηδείας με το γραφείο της αδερφής του. Ο αδερφός σου είναι μαύρος, είπε σιγανά ο Ρόθι μέσα στην δωμάτιο συσκέψεων. Δυο υπάλληλοι μειδίασαν ειρωνικά. Είμαστε και οι δύο υιοθετημένοι Ρόθι, αλλά είναι ο καλύτερος αδερφός που θα μπορούσα να είχα. Ναι βέβαια, ξαναμουρμούρισε ο Ρόθι, ρουφώντας παρατεταμένα τη μύτη του. Και είναι παντρεμένος με άντρα ε; Αυτή τη φορά η Χάνα χτύπησε το πίσω μέρος του στυλό της πάνω στο γραφείο. Υπάρχει κάποιο πρόβλημα Ρόθι; Ο Ρόθι πήρε μια βαθιά ανάσα αλλά η μύτη του μπούκωσε περισσότερο έτσι. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και προσπάθησε όσο μπορούσε να μην τρέξουν οι μύξες πάνω στο γραφείο. Έβγαλε βιαστικά ένα μάτσο στραπατσαρισμένα χαρτομάντηλα από την τσέπη του και τάπωσε τα ρουθούνια του. Ί-ου έκανε με αηδία από την άλλη άκρη του τραπεζιού η Ντόρις η μακιγιέζ. Η Μέγκ με το ψηλό κούτελο που ξεναγούσε τους πελάτες στις αίθουσες με τα φέρετρα βοηθώντας τους να αποφασίσουν ανάμεσα στο ακριβό και ακριβότερο γέλασε λίγο πιο δυνατά από το αναμενόμενο. Η Χάνα ξαναχτύπησε το στυλό δυνατά πάνω στο χείλος του ποτηριού της σα να ήθελε να κάνει μια πρόποση. Κορίτσια, παρακαλώ!

Ο Ρόθι έβαλε βιαστικά το μάτσο με τα χαρτομάντηλα ξανά στην τσέπη του. Αισθανόταν αναστατωμένος.


Jun 14, 2020

Πως σε λένε είπαμε;

Ta Thimkaeo


Η έρμη καπνικαρέα ήμουν εγώ. Οι πωλήτριες της στοάς πίστευαν πως ήταν ικανές να με πικάρουν κολλώντας μου χωριάτικα παρατσούκλια. Ποιο τεμπελόσκυλο από αυτές τις δήθεν κουλτουριάρες που κάθε μέρα αγόραζαν τον καφέ τους σε πλαστικό ποτήρι μέσα στο πανάθλιο καφενείο της στοάς θα μπορούσε να έχει ως μόνιμο σπίτι σουίτα ξενοδοχείου; Ποια μπασκλασαρία μπορούσε να πιάσει εμένα, μια Λουκία Δρόσου, βυζαντινού γένους, στο στόμα της; Καρακάξες που λυσσούσαν με μια ρουτίνα άπιαστο όνειρο για αυτές. Αφού έπινα τον πρωινό καφέ μου και μασούσα αργά αργά τα ωραία μου κρουασάν στην ταράτσα του Σεντ Ζορζ, φορούσα την μπλε μαρινιέρα μου, τη λευκή αεράτη ζυπ κυλότ μου, τα όξφορντ σουζ μου και ένα καταπληκτικό κραγιόν μαιάμι πλαμ και στηνόμουν στο σποτ μου στη μεγάλη στοά του δημαρχείου. Καθισμένη στην πτυσσόμενη καρεκλίτσα μου, ευχαριστιόμουν να παρατηρώ τον κόσμο. Ναι, βρέξει χιονίσει όπως έλεγαν οι τριτοκλασάτες. Είμαι και πάντα ήμουν μια καλλιτέχνης, ο κόσμος με τρέφει. Η βλακεία του κι η ομορφιά του. Κρατούσα τις σημειώσεις μου ή σκιτσάριζα τα προσχέδια μου και όταν άρχιζα να βαριέμαι γυρνούσα στο ξενοδοχείο για να ζωγράφισω ή να γράψω. 


Λεφτά είχα να φάνε κι οι κότες. Κανένα καθημερινό πρόβλημα δε χαλούσε τη ζαχαρένια μου. Δε μου άρεσε όμως ότι διέδιδαν πως μιλώ μόνη μου. Αυτά ήταν ψέματα. Τρελή δεν είμαι. Κάποιοι περαστικοί σταματούσαν μπροστά μου και με ρωτούσαν απροκάλυπτα και προσβλητικά πόσο χρονών είμαι, χασκογελώντας μεταξύ τους. Ή με ρωτούσαν τι κάνω εκεί, τι ζωγραφίζω, γιατί έχω το καπέλο μου κάτω, πόσα λεφτά έχω μαζέψει, με φώναζαν θειά, γιαγιά, βλαμμένη. Ε κι εγώ τότε τους απαντούσα φωνάζοντας διάφορες βρισιές που μου κατέβαιναν εκείνη την ώρα στο κεφάλι. Έχω φοβερή ευρηματικότητα και δεν ανέχομαι να με προσβάλλει κανείς από τους βοσκούς της Αθήνας. Συνήθως έφευγαν τρέχοντας ή έμεναν με το στόμα ανοιχτό ακούγοντας την ποικιλία του υβρεολογίου μου. Αυτό με έκανε να αισθάνομαι υπερήφανη. Κανείς δεν μπορούσε να με πειράξει, είχα απαντήσεις όλα. Και τι έγινε δηλαδή που ήμουν 75 χρονών; Ξέρετε πολλές 75αρες να φορούν μαρινιέρες και ζυπ κυλότ και να σκιτσάρουν άφοβα και δίχως συμπλέγματα περαστικούς της Αθήνας; Ήμουν και θα είμαι πάντα μοντέρνα. Η νύφη μου μου έλεγε ότι τα έχω χαμένα, ότι δεν ξέρω να σκιτσάρω, ούτε το μολύβι να πιάνω καλά καλά, ότι δεν μένουμε στην Αθήνα και επέμενε να με ρωταέι που έμαθα τι είναι η μαρινιέρα και τα οξφορντ σουζ. Μητέρα φοράς παντόφλες μου έλεγε η παλιάνθρωπος, που τα είδες τα όξφορντ σουζ; Μητέρα στην τηλεόραση τα άκουσες αυτά; Μητέρα σε παρακαλώ, σταμάτα να βρίζεις. 

Μα τι ξέρει τέλος πάντων αυτό το άχρωμο, ανέραστο, ανόητο πλάσμα; Εγώ μένω όπου θέλω και κάνω ο,τι θέλω. Ας μείνει αυτή στο δυάρι της μαζί με τον άχρηστο γιο μου κι ας κάνουν τη ζωή τους. Εγώ τι της φταίω και με ταλαιπωρεί κάθε μέρα κυνηγώντας με και φωνάζοντας ότι φορώ πυτζάμες μες στο δρόμο και ότι έχω τρελλαθεί;

Μα τι εννοείς κι εσύ τώρα ότι δεν έχω νύφη; Πως σε λένε είπαμε;

To παραπάνω γράφτηκε με αφορμή την παρακίνηση της φίλης Ιφιγένειας Σιαφάκα.

Feb 14, 2020

Φέισμπουκ πέιτζ -Μέλος 1


Ως διαχειριστής μια μεγάλης σελίδας στο φέισμπουκ με πάρα πολλά μέλη    αντιγράφω από το αρχείο μου μερικά από τα προσωπικά μηνύματα που έχω λάβει κατά καιρούς.

Από Ιάσωνα Μ :
Καλημέρα σας κύριε Ν. Πρώτα απ’όλα θέλω να γνωρίζετε ότι εγώ δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος, δηλαδή για να καταλάβετε δεν έχω ζητήσει ποτέ κάτι, ούτε καν από τους οικείους μου, αλλά πιστεύω πως μπορώ να το ζητήσω από εσάς καθώς φαίνεται να γνωρίζετε πρόσωπα και καταστάσεις. Χρειάζομαι ένα κεφάλαιο κίνησης  50.000 ευρώ. Επείγομαι να ανοίξω ένα σαλόνι νυχιών, έχω πάρα πολλές φίλες οι οποίες κυριολεκτικά αδημονούν για αυτήν την επιχειρηματική κίνηση. Είναι όλες ενθουσιασμένες με τον τρόπο που περιποιούμαι τα νύχια τους. «Ιάσωνα είσαι καλλιτέχνης» μου λένε. «Θέλω την κόκκινη πλατεία της Μόσχας στο μεγάλο νύχι, ταξιδεύω για Ρωσία μεθαύριο», «θέλω όλες να βλέπουν με τη μία ότι δεν είμαι σαν και αυτές, μπορείς να μου κολλήσεις φτερά πάνω από το μανό; Τόσο ζωντανά που να νομίζουν ότι θα πετάξω ακόμα κι αν κουνήσω μόνο το μικρό μου δαχτυλάκι; Έχω στο νου μου κάτι σε φτερά στρουθοκάμηλου αλλά κατάμαυρα με μια ρίγα πράσινη στη μέση.

Ποιος ο λόγος να της πω ότι δεν οι στρουθοκάμηλοι δεν έχουν πράσινες ρίγες; Φτιάχνω ό,τι τους αρέσει, δίχως να ρωτάω πολλά. Και πράσινες στρουθοκαμήλους και ροζ λιοντάρια και ψάρια με πόδια. Όλα τέλεια, τόσο καλός είμαι. Αυτό  σημαίνει ότι δε θα χάσετε τα χρήματά σας, ούτε εσείς, ούτε η σελίδα σας, ούτε το φέισμπουκ. Η πελατεία μου θα ρέει άφθονη -σας το εγγυώμαι-κι εγώ θα εργάζομαι ασταμάτητα δίχως να αγκομαχώ, γιατί πάνω απ’ όλα θέλω είναι η αξιοπιστία μου,  σ’εσάς, στη σελίδα, στο φέισμπουκ. Αν μπορείτε λοιπόν ετοιμάστε μου την αίτηση όσο πιο σύντομα γίνεται, επισυνάψτε την εδώ, νομίζω είναι πιο γρήγορο και για τους δυο, θα τη συμπληρώσω αμέσως. Θα σας δώσω πέντε τραπεζικούς λογαριασμούς ώστε να έχετε την ευχέρεια να επιλέξετε όποιον εσείς θεωρείτε βολικότερο  για να μου πιστώσετε το δάνειο, θέλω να νοιώθετε άνετα. Δεν ξέρω βέβαια αν αυτό γίνεται αλλά υπάρχει η δυνατότητα να μου βάλετε τα πενήντα χιλιάδες  σε κάποια τράπεζα του φέισμπουκ; Δε γνωρίζω ποιες τράπεζες χρησιμοποιεί  ο κύριος Ζουκεμπεργκ αλλά θα μπορούσατε να τον ρωτήσετε; Αν δε σας βάζω σε κόπο βέβαια. Χίλια ευχαριστώ, αναμένω την έγκριση! (φατσούλα χαμογελαστή)

Image: Bankers in action (detail), Remedios Varo

Οι μύξες 2

Ο Ρόθι έβαλε βιαστικά το μάτσο ξανά στην τσέπη του. Αισθανόταν αναστατωμένος. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει το λόγο και αυτό επέτε...