Jul 14, 2020

Οι μύξες 2




Ο Ρόθι έβαλε βιαστικά το μάτσο ξανά στην τσέπη του. Αισθανόταν αναστατωμένος. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει το λόγο και αυτό επέτεινε την αναστάτωσή του. Έβγαλε το εφεδρικό μεταξωτό μαντήλι από την πίσω τσέπη. Το είχε πάντα μαζί του για κάποια απροσδόκητη επίσημη περίπτωση και το γεγονός ότι τον κορόιδευαν στην αίθουσα συσκέψεων ίσως να ήταν επίσημο. Αλλά ούτε αυτό μπορούσε να συγκρατήσει τους ανοιχτούς ουρανούς. Ζήτησε συγγνώμη και βγήκε έξω τρέχοντας. Ο Νόα, ο επιστάτης τον ρώτησε αν είναι καλά. Ο Ρόθι ένευσε καταφατικά εξακολουθώντας να μπουκώνει τη μύτη του με το μαντήλι και ο Νόα συνέχισε το γυάλισμα των κηροπήγιων ρίχνοντας  κλεφτές ματιές προς τη μεριά του.

Η κηδεία κανονίστηκε για  μετά από δυο ημέρες. Όταν έβγαλαν το νεκρό από το ψυγείο για την προετοιμασία ο Ρόθι πρόσεξε ότι τα κατάξανθα μαλλιά του έμοιαζαν σα φρεσκογυαλισμένο άχυρο. Ο γαμπρός της Χάνα ήταν ψηλός και αδύνατος. Το κουστούμι έπλεε επάνω του με κωμικό τρόπο και οι σχεδόν λευκές βλεφαρίδες του τον έκαναν να μοιάζει με φάντασμα. Ο Ρόθι τακτοποίησε τα χέρια του όπως ήξερε να κάνει. Αναγκάστηκε να βάλει βαζελίνη για να γλιστρήσει η βέρα. Έριξε μια βιαστική ματιά στο εσωτερικό της. Δυο αρχικά ονομάτων και μερικές λέξεις ήταν χαραγμένα : M, T, θα σε αγαπώ για πάντα. Ρούφηξε δυνατά τη μύτη του και ρουθούνισε κάνοντας έναν ήχο περίεργο που δε συνήθιζε. Η Χάνα τον κοίταξε πάνω από τα γυαλιά της. Δώσε μου τη βέρα Ρόθι, θα την παραδώσω εγώ στον Μάικ.

Η τελετή έγινε στο νεκροταφείο του Μονπελιέ το οποίο απλώνονταν μελαγχολικό και απέραντο επάνω σε έναν καταπράσινο λοφίσκο. Ο αδερφός της Χάνα έκλαιγε απαρηγόρητος και η Χάνα τον αγκάλιαζε σφιχτά ψιθυρίζοντάς του λόγια παρηγοριάς στο αυτί. Πριν το φέρετρο κλείσει για πάντα ο Ρόθι είχε φροντίσει να καθάρισει με αντισηπτικά  ο,τι υγρό είχε στάξει από τα ρουθούνια του πάνω στα κρέπια. Ήταν ο πρώτος νεκρός στα χρονικά του γραφείου που το κεφάλι του δεν στεφανώνονταν από μύξα.

Ο αδελφός της Χάνα ήρθε ξανά στο γραφείο για να ευχαριστήσει τους υπαλλήλους. Κουβαλούσε δυο μεγάλα φαντεζί κουτιά  με πολύχρωμους φιόγκους γεμάτα εκλέρ. Η Μεγκ και η Ντόρις έτρεξαν να βοηθήσουν λέγοντάς του ότι δεν ήταν ανάγκη ούτε να τους φέρει γλυκά ούτε να ξοδευτεί στο πιο ακριβό ζαχαροπλαστείο της περιοχής. Τα εκλέρ αφέθηκαν στον πάγκο της μεγάλης κουζίνας  όπου οι υπάλληλοι έκαναν τα μικρά τους διαλείμματα για καφέ ή τσιγάρο. Η Μέγκ άνοιξε το πάνω κουτί και στράβωσε τα χείλη της απαξιωτικά. Εκλέρ έφερε ο τσιγκούνης;  Δεν μπορούσε να φέρει κανα μάρζιπαν; Αχ, το Κουινς Καπς έχει τέλεια γλυκά από πάστα αμυγδάλου! Ας βολευτούμε όμως με ό,τι έχουμε. Τον φτηνιάρη, τόσα λεφτά έχει.

Μπουκώθηκε με ένα εκλέρ και αναστέναξε. Η Ντόρις τη μιμήθηκε. Είδες πόσο άσχημος ήταν ο άντρας του; Και πόσο αδύνατος! Η Μεγκ γέλασε δυνατά. Απορώ πως το έκαναν! Εγω θα φοβόμουν μη μου σπάσει ο καημένος.

Ο Ρόθι τις άκουγε σιωπηλός. Νομίζω πως ο Τόμ ήταν όμορφος είπε δειλά.

image: Giannis Tsarouhis

No comments:

Οι μύξες 2

Ο Ρόθι έβαλε βιαστικά το μάτσο ξανά στην τσέπη του. Αισθανόταν αναστατωμένος. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει το λόγο και αυτό επέτε...