Jan 3, 2021

Μια νύχτα για κροκόδειλους (a)

 

movie: Crawl

Τη νύχτα που η πόλη πλημμύρισε, πολλοί βγήκαν στα μπαλκόνια τους για να χαζέψουν το θέαμα. Το νερό εισέβαλε ορμητικό στα σπίτια και στα καταστήματα παρασύροντας ό,τι έβρισκε μπροστά του. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα  βάρκες με τα αρχικά Κ.Υ. (κρατική υπηρεσία) εμφανίστηκαν στα πλημμυρισμένα στενά.

Κρατικοί υπάλληλοι με κίτρινα αδιάβροχα και φακούς στα κράνη κωπηλατούσαν αδιάκοπα όλη τη νύχτα, μέσα σε μια απόκοσμη σιωπή. Ο μοναδικός ήχος που ακούγονταν ήταν το ρυθμικό γλίστρημα των κουπιών στα νερά. Δεν άργησε να γίνει γνωστό ότι οι άντρες έψαχναν για κροκόδειλους. Στο άκουσμα αυτής της εξωφρενικής είδησης οι κάτοικοι γέλασαν και ξαναμπήκαν στα σπίτια τους. Κροκόδειλοι δεν υπήρχαν σε αυτό το γεωγραφικό πλάτος και μάλλον είχε γίνει είτε λάθος, είτε επρόκειτο πάλι για τη συνηθισμένη κακοδιαχείριση κρατικών πόρων. Η κοντινότερη λίμνη με κροκόδειλους ήταν 4.500 χιλιόμετρα μακριά. Ωστόσο όλοι έπρεπε να μείνουν στα σπίτια τους μέχρι νεοτέρας διαταγής, για λόγους ασφάλειας.

Αυτοί που είχαν βγει στα μπαλκόνια τους για να χαζέψουν την πλημμύρα, ξαναβγήκαν για να γιουχαΐσουν τους κρατικούς υπαλλήλους. Τα πρόσωπά τους αντιπροσώπευαν το μισητό κράτος που τόσο γρήγορα και δίχως πολλές σκέψεις αποφάσισε να κλείσει τους πάντες στα σπίτια τους. Πέτρες πετάχτηκαν στα κίτρινα κράνη των υπαλλήλων, ορισμένοι κάτοικοι τους απείλησαν μέχρι και με κάτι παλιές καραμπίνες που έκρυβαν στα πατάρια, άλλοι ούρλιαζαν, δεν είναι κατάσταση αυτή, δεν μπορούμε να κλειστούμε σπίτια μας επειδή νομίζετε ότι υπάρχουν κροκόδειλοι εδώ, δεν υπάρχουν, είναι γνωστό, τι ανοησίες είναι αυτές τέλος πάντων;

Οι κρατικοί υπάλληλοι είχαν οδηγίες να μη δίνουν σημασία για να μην οξυνθούν τα πνεύματα και έτσι συνέχιζαν ανενόχλητοι και αμίλητοι να κωπηλατούν.  Τα κουπιά κυλούσαν κυκλικά από τον αέρα στο νερό και ο βαρύς ήχος τους τάραζε τις λάσπες που είχαν κατακαθίσει στον πάτο των πλημμυρισμένων δρόμων. Όταν πιάστηκε ο πρώτος κροκόδειλος και μετά ο δεύτερος, επικράτησε αναστάτωση. Μα πως κολύμπησαν ως εκεί αυτά τα διαβολικά πλάσματα; Αποκλείεται να ήρθαν μόνα τους. Η κυβέρνηση τα έφερε για να μας κλείσει μέσα. Αυτό είχε μια δόση αλήθειας. Ο κυβερνήτης, ένα μούτρο ολκής, που του άρεσε να φαντάζεται ότι είναι αριστοκράτης περιωπής, περιεργάζονταν εδώ και καιρό διάφορα τεχνάσματα τα οποία θα μπορούσαν να μετριάσουν, έστω και προσωρινά, τη γενική δυσφορία του λαού προς το πρόσωπό του. Λ-α-ό-ς πρόφερε αργά και ανατρίχιαζε ολόκληρος με αποστροφή. Χμ..Λαός. ΛΑΟΣ. Η κρατική υπηρεσία αναγραμματισμού εύκολα βρήκε ότι αν η λέξη αναγραμματιστεί, δίνει τις λέξεις σόλα και λάσο. Ολοφάνερα σημαδιακό, σκεφτόταν ο κυβερνήτης φτιάχνοντας τη γραβάτα του με ντακφέις και ανυψωμένο πηγούνι μπροστά στον κυβερνητικό καθρέπτη.

Dec 26, 2020

Το πρωτόκολλο της οδού Καλλιδρομίου

 

Kimhotep


            Επίτηδες προκάλεσα το επεισόδιο. Σκέφτηκα πως αυτή ήταν η  καλύτερη ευκαιρία που είχα. Έσπρωξα τον καφέ μου στο πλάι, το φλυτζάνι έπεσε στο πεζοδρόμιο και τα θραύσματα σκόρπισαν τριγύρω. «Προσέχτε λιγάκι» διαμαρτυρήθηκε δυνατά μια γυναίκα από το διπλανό τραπεζάκι. «Παίζουν και παιδιά εδώ, σας είδα που σπρώξατε το φλυτζάνι, μα είστε με τα καλά σας; Ορίστε, ο εγγονός μου δε φοράει κάλτσες, θα μπορούσε να είχε κοπεί.» Έσκυψε και άρχισε να σκουπίζει με μανία τα λιγνά ποδαράκια ενός νηπίου που στεκόταν όρθιο δίπλα της κοιτώντας σαστισμένο. «Α ναι;» τη ρώτησα ειρωνικά. Έπιασε το αγοράκι από το χέρι, σηκώθηκε και πλησίασε το τραπέζι μου.«Σας είδα ότι σπρώξατε τον καφέ σας, ακριβώς στο σημείο όπου ο εγγονός μου έπαιζε. Γιατί το κάνατε αυτό;» Αντί άλλης απάντησης τινάχθηκα από το κάθισμά μου και τη χαστούκισα δυνατά. Τόσο δυνατά που το ένα σκουλαρίκι της, εκσφενδονίστηκε στα γύρω τραπέζια. Το αγοράκι άρχισε να κλαίει, εκείνη έκανε ένα  σπαρακτικό «αχ» και οι πελάτες έμειναν εντελώς σιωπηλοί για δύο δευτερόλεπτα. Ύστερα ακολούθησε φασαρία. Κάποιοι με τράβηξαν από το μανίκι, κάποιοι φώναξαν «βρε κάθαρμα, μεγάλη γυναίκα, έχει και μωρό παιδί μαζί της», «είναι ανισόρροπος, είναι βλαμμένος!» «την αστυνομια, την αστυνομία!».


Όταν με πήγαν στο τμήμα χαμογελούσα ευχαριστημένος. Το χαμόγελο μου ήταν αινιγματικό, το ονομάζω μειδίαμα της Τζοκόντας και είχα κάνει ιδιαίτερη εξάσκηση. Ένα απαλό στράβωμα του στόματος, αρκετά μυστηριώδες ώστε να εκφράζει την εσωτερική μου ικανοποίηση ως προς την έκβαση του περιστατικού αλλά να μην προκαλεί τα χειρότερα ένστικτα των αστυνομικών. Η αστυνομία πόλεων βρίθει τέτοιων ενστίκτων κι ευκαιρία ζητάει, όπως λέει και ο Βίκτωρ, ο καλύτερός μου φίλος. Ο Βίκτωρας  υποστήριζε με μεγάλη ζέση ότι υπάρχει ένας περίεργος αστικός μύθος για το τμήμα της οδού Καλλιδρομίου: σε μια από τις αίθουσες φυλάσσεται μια ζωντανή καρδιά, αλλά είναι τόσο καλά κρυμμένη ώστε κανείς δεν έχει μπορέσει ποτέ να τη δει, ούτε καν όσοι εργάζονται εκεί μέσα. Η καρδιά είναι φυσιολογικού μεγέθους, έχει βαλβίδες, έχει αρτηρίες, έχει ό,τι έχει μια κανονική ανθρώπινη καρδιά. Βρίσκεται κλεισμένη μέσα σε μια κρυστάλλινη προθήκη και κάποια βράδυα, όταν μέσα στο αστυνομικό τμήμα έχει απόλυτη ησυχία, ακούγεται ο ρυθμικός χτύπος της ο οποίος μπορεί να τρελλάνει  κάποιον. «Γι’αυτό όσοι μπάτσοι δουλεύουν εκεί μέσα είναι τρελλαμένοι, μπαρούφες είναι ότι είναι τρελλαμένοι λόγω της περιοχής».


Όσο καιρό γνώριζα  το Βίκτωρα είχα πάντα την αίσθηση ότι δεν ήταν και πολύ στα καλά του, αλλά από την άλλη του αναγνώριζα το δικαίωμα να είναι εκκεντρικός ως καλλιτέχνης. Ρώτησα και άλλους για αυτόν τον αστικό μύθο, οι περισσότεροι έδειχναν να τον ξέρουν μόνο και μονο επειδή τους τον είχε διηγηθεί ο Βίκτωρ, κάποιοι άλλοι επέμεναν ότι όχι ο μύθος δεν ήταν δημιούργημα του Βίκτωρα κι ότι κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα εδώ και πολλά χρόνια, σαν τους κροκόδειλους στους υπόνομους και τις εγχειρήσεις νεφρών μέσα σε μπανιέρες πολυκατοικιών.

Το σχέδιό μου ήταν να καταφέρω να μπω κάποιο βράδυ στο αστυνομικό τμήμα ως κρατούμενος. Υπήρχε ένα κομμάτι στην ιστορία το οποίο περιέγραφε ξεκάθαρα πως μπορούσε κάποιος να βρει τη μυστική αίθουσα. Το πέρασμα βρίσκονταν στα υπόγεια κρατητήρια. Όταν άνοιξαν τη σιδερένια πόρτα, άλλοι δύο κρατούμενοι βρίσκονταν ήδη εκεί. Με περιεργάστηκαν από την κορυφή ως τα νύχια, κάποιος κάτι μουρμούρισε αλλά δεν  έδωσα καμία σημασία. Βρισκόμουν σε υπερένταση. Ήμουν εκεί για κάτι  σπουδαίο και δεν είχα χρόνο για ο,τιδήποτε άλλο θα προσπαθούσε να αποσπάσει την προσοχή μου. Μου πέρασε η σκέψη ότι ίσως και αυτοί να βρίσκονταν στο ίδιο κελί για τον ίδιο λόγο. Ίσως είχαν σκαρφιστεί ένα κόλπο, όπως σκαρφίστηκα κι εγώ, για να μπορέσουν να αναζητήσουν αυτό που έψαχνα κι εγώ. Έριξα μια βιαστική ματιά στα πρόσωπά τους. Κανένα ίχνος ευφυϊας.

Κουλουριάστηκα σε μια γωνία. Το βλέμμα μου διέτρεξε προσεκτικά κάθε ελάχιστη ρωγμή του τοίχου και κάθε ανωμαλία στο δάπεδο. Πολύ πιθανόν κάτω από το υπόγειο να βρισκόταν ένα δεύτερο υπόγειο. Χτύπησα δυνατά την πατούσα μου στο πάτωμα. Ο ήχος ακούστηκε σα να στεκόμασταν πάνω στη φούσκα μιας μεγάλης κοιλότητας. Σηκώθηκα και αυτή τη φορά αναπήδησα με δύναμη. Τη στιγμή που οι φτέρνες μου προσγειώθηκαν στο δάπεδο μου φάνηκε ότι  αισθάνθηκα ένα ελαφρύ τρέμουλο στη μεριά του τοίχου. Οι άλλοι δύο με κοίταξαν άγρια. Τα πρόσωπά τους ήταν μουντά και βλοσυρά. Αυτός που είχε μουρμουρίσει πριν φώναξε μια βρισιά. Ξαναζάρωσα στη γωνία μου. Έπρεπε να περιμένω.


Όταν κοιμήθηκαν, πήγα και στάθηκα στο κέντρο του κελιού. Ο Βίκτωρ επέμενε πως υπήρχε μυστικό σύνθημα που άνοιγε την είσοδο προς την πολυπόθητη αίθουσα. Έσκυψα και κόλλησα το αυτί μου στα πλακάκια. Είδα το φρουρό απέναντι, με τα πόδια του τεντωμένα πάνω σε ένα σκαμπώ να με κοιτάει γελώντας. Έκανε κάποιες απαξιωματικές γκριμάτσες και αφοσιώθηκε ξανά στο κινητό του. Δοκίμασα με το άλλο αυτί και αυτή τη φορά ένα υπόκωφο κελάρυσμα, ακούστηκε σαν από μακριά. Γνώριζα πως δεν υπήρχε κανένα κλειστό ρέμα στην περιοχή. Έκλεισα τα μάτια μου και πίεσα τον εαυτό μου να συγκεντρωθεί περισσότερο. Το κελάρυσμα έγινε έντονος βόμβος τώρα.  Ένα πελώριο σμήνος εντόμων βρίσκονταν ακριβώς κάτω από τα πόδια μου. Από το εύρος του ήχου κατάλαβα πως επρόκειτο  για σφήκες οι οποίες κατεκλυζαν ένα τεράστιο υπόγειο δωμάτιο. Ίσως σπηλιά. «Δεν μπορεί», σκέφτηκα. Αυτό είναι αδύνατον. Πήρα αργές, βαθιές ανάσες εκπνέοντας κι εισπνέοντας τον αέρα όπως ο Βίκτωρ με είχε μάθει να κάνω για να ηρεμώ στις κρίσεις μου. Κράτησα την τελευταία μου ανάσα λίγο περισσότερο μέσα στο στέρνο μου πριν τη βγάλω έξω. Μόνο έτσι θα απέκοπτα τον εγκέφαλό μου από την επίδραση άλλων πιθανών εξωτερικών ήχων που μπερδεύονταν μεταξύ τους. Και τότε το άκουσα. Ο προηγούμενος βόμβος έσβησε απότομα. Ο μόνος ήχος που έμπαινε πια μέσα στο λαβύρινθο του αυτιού μου ήταν ένας ρυθμικός παλμός που αναπηδούσε κι έσφυζε ζωηρός κι ακράτητος κάθε δυο δευτερόλεπτα. Οι σφυγμοί μου άρχισαν να χτυπούν ξέφρενα. Είχα βρει την καρδιά για την οποία μιλούσε ο μύθος; «Το σύνθημα!» ακούστηκε επιτακτικά η φωνή του Βίκτωρα μέσα στο κεφάλι μου. Το σύνθημα, το σύνθημα! ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ! Δεν υπήρχε αέρας πια μές στα πνευμόνια μου. Δίχως να καταλάβω γιατί, ψιθύρισα το δικό μου ψευδώνυμο: «Γκουλ», ένα ψευδώνυμο που μου είχε δώσει ο Βίκτωρ και οι φίλοι του. «Είσαι Γκουλ ρε, πως λέμε κουλ, ε καμία σχέση» έλεγε ο Βίκτωρ και γελούσαμε όλοι. Ξαφνικά το όνομα αυτό είχε αποκτήσει μια άλλη υπόσταση κι υφή στα χείλη μου.


«Γκουλ» επανέλαβα πιο δυνατά και ο φρουρός μου έκανε νόημα να χαμηλώσω τη φωνή μου. «Γκουλ» στρίγγλισα τώρα, κάνοντας τον τοίχο να τρεμουλιάσει ξανά. Ένοιωσα κάθε δόνηση του βαθιά μέσα στις φλέβες μου. «Ε!» φώναξε αυστηρά ο φρουρός «σκάσε πια!» κι έκανε να σηκωθεί. Όμως εγώ βρισκόμουν πια κάτω από το πάτωμα και κανείς δεν μπορούσε να με δει. Κανείς δεν αισθάνθηκε τον τοίχο να τρέμει, κανείς δεν είδε το πάτωμα να ανοίγει σαν τεράστιο στόμα για να μου επιτρέψει να γλιστρήσω μέσα του. Ήμουν ευτυχισμένος, ήταν τόσο εύκολο τελικά να διεισδύσω στο πιο κρυφό μέρος του αστυνομικού τμήματος. Αρκούσε να ουρλιάξω το όνομά μου για να ξεκλειδώσω τα έγκατα. Δεν μπορούσα να δω τίποτα, βαθύ σκοτάδι κάλυπτε τα πάντα. Χρειάστηκε λίγος χρόνος για να αρχίσουν να συνηθίζουν τα μάτια μου και να μπορέσω να δω το περίγραμμα των χεριών μου. Στα πέντε λεπτά το σκοτάδι δε μου φαίνονταν πια τόσο πυκνό. Έκανα μερικά βήματα, σταμάτησα και προσπάθησα να προσανατολιστώ. Ο ρυθμικός ζωηρός παλμός που είχα ακούσει νωρίτερα είχε σταματήσει. Ξαναπροχώρησα προσεκτικά, με τα χέρια μου να ψαχουλεύουν για κάποιο διακόπτη τον οποίο τελικά βρήκα χωμένο σε ένα χτιστό κοίλωμα. Ένα άτονο πορτοκαλί φως φώτισε αμυδρά το χώρο και είδα πως βρισκόμουν σε ένα μακρύ και φαρδύ διάδρομο. Υπήρχαν κάποια ανοίγματα αριστερά και δεξιά που θα μπορούσαν να είναι είσοδοι σε άλλα δωμάτια. Αισθάνηκα ακόμη περισσότερο αποπροσανατολισμένος καθώς δεν ήξερα προς τα που έπρεπε να κατευθυνθώ. Σε ποιο ακριβώς σημείο είχε ακουστεί η καρδιά; Αν έμπαινα στη λάθος είσοδο και με οδηγούσε πάλι στον έξω κόσμο; Αυτό θα ήταν  θλιβερό. Να έχω καταφέρει να πλησιάσω το μυστικό των μυστικών και να μη το δω ποτέ επειδή διάλεξα μια λάθος πόρτα. Ένα υπόκωφο και απρόοπτο «ψιτ» με έκανε να τιναχτώ ακαριαία. «Έι κύριε, ελάτε παρακαλώ».

Στο βάθος του διαδρόμου στεκόταν ένας ηλικιωμένος άντρας, καμπουριαστός και ετοιμόρροπος με ντεμοντέ παντελόνι και ένα σακάκι σα σακί. Κρατούσε κάποια χαρτιά στο χέρι του κι έψαχνε κάτι ανάμεσά τους. Το σουλούπι του ήταν πιο μελαγχολικό και από το πορτοκαλί φως που πλάκωνε το χώρο με θλίψη. Πλησίασα διστακτικά. Το προσωπό του έδειχνε στρυφνό και το αριστερό του μάτι πετάριζε λιγάκι. Τα μαλλιά του ήταν κοντά και περιποιημένα αλλά μια βαριά αποφορά κλεισούρας αναδίδονταν από τα ρούχα του λες και τα φορούσε για αιώνες.  «Βρίσκεστε στον τομέα οκτώ και νομίζω θέλετε να πάτε στον τομέα δεκατρία.» Έστεκα βουβός. «Την καρδιά δεν ψάχνετε;» ρώτησε με αυστηρό τόνο. «Όπως όλοι» ψέλλισα, προσπαθώντας να φανώ ευγενικός. Ανέκφραστος τράβηξε ένα χαρτί από το σωρό που κρατούσε και μου το έδωσε μαζί με ένα στυλό. «Υπογράψτε και προχωρήστε. Στο βάθος θα βρείτε το γραφείο επικυρώσεων, εκεί θα σας βάλουν μια σφραγίδα.» Ένας εκνευρισμός μου έσφιξε τα μηνίγγια για λίγο. Επιθυμούσα όσο τίποτα άλλο να βρω την καρδιά που κανείς δε γνώριζε σε ποιο ακριβώς σημείο φυλάσσονταν αλλά όλοι γνώριζαν ότι υπήρχε, οπότε σκέφτηκα ότι ήμουν διατεθειμένος να ανεχτώ μερικές σφραγίδες και γραφεία με υπαλλήλους που φοράνε τα παντελόνια κάτω από το στέρνο τους και μυρίζουν σαν κατακόμβες. Υπέγραψα το έγγραφο βιαστικά και έτρεξα προς το βάθος του διαδρόμου. Όπου και να κοιτούσα υπήρχαν είσοδοι (ή έξοδοι σκέφτηκα χαιρέκακα κι εγώ δε θα έπεφτα σε αυτήν την παγίδα) οι οποίες έχασκαν σαν οριζόντια πηγάδια αριστερά και δεξιά. Δεν ήξερα πως θα έβρισκα το γραφείο επικυρώσεων και δε θα το διακινδύνευα μπαίνοντας τυχαία σε μια οποιαδήποτε είσοδο. Συνέχισα να τρέχω ευθεία για αρκετή ώρα όταν μου έκοψε τη φόρα ένα χαμηλό σεκρετέρ τοποθετημένο καταμεσής. Πάνω του υπήρχε μια ταμπέλα με καλλιγραφικά γράμματα «ΕΠΙΚΥΡΩΣΕΙΣ». Ένας υπάλληλος που φορούσε ένα προπολεμικό κοστούμι  μου έκανε νεύμα να περιμένω. Άνοιξε με θεατρική μεγαλοπρέπεια ένα βαρύ ντοσιέ , έχωσε τη μούτη του μέσα ζαρώνοντας τη μύτη του κι έπειτα με κοίταξε ανέκφραστος. «Λοιπόν;» Έτεινα ανυπόμονος το χαρτί προς το μέρος του «Μου είπαν ότι πρέπει να βάλετε μια σφραγίδα.»

«Προσπαθώ να καταλάβω που θα ήταν καλύτερα.»

«Τι εννοείτε;»

Με ξανακοίταξε πιο έντονα αυτή τη φορά, σα να προσπαθούσε να μελετήσει το πρόσωπό μου.

«Έχετε ένα φαρδύ ωραίο μέτωπο με μεγάλες δυνατότητες, αλλά παρατηρώ ότι κι η μύτη σας δεν πάει πίσω. Τα πτερύγια στο πλάι των ρινικών κοιλοτήτων σας είναι ευρέα, φουσκωτά και εξόχως λεία, σαν πτερύγια θαλάσσιου ελέφαντα, ακριβώς ό,τι πρέπει δηλαδή. Πλησιάστε παρακαλώ.»

Τον υπάκουσα σαν υπνωτισμένος κι εκείνος βρήκε την ευκαιρία να αρπάξει μια σφραγίδα μέσα από το συρτάρι και να μου τη χτυπήσει στο δεξί ρουθούνι.

«Συνήθως σφραγίζουμε το μέτωπο, αλλά με τέτοια ρουθούνια δεν μπορούσα να χάσω την ευκαιρία. Προχωρήστε στο βάθος παρακαλώ, θα χρειαστείτε πρωτόκολλο.»

Νομίζω στο άκουσμα της λέξης «πρωτόκολλο» έχασα τα λογικά μου. Ή μπορεί να έφταιγε και το αιφνιδιαστικό σφράγισμα στη μύτη. Η κρίση με χτύπησε ξαφνικά και τόσο δυνατά που δεν πρόλαβα να εφαρμόσω καμία από τις τακτικές αποκλιμάκωσης του Βίκτωρα. Άρχισα να ουρλιάζω, να κλωτσάω το γραφείο μπροστά μου, επιτέθηκα στον υπάλληλο και τον άρπαξα από το σακάκι, αυτός είπε «σας παρακαλώ κύριε, συγκρατηθείτε, υπάρχει μια διαδικασία εδώ». Τον έλουσα με τις χειρότερες βρισιές που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος, το στόμα μου είχε μεταμορφωθεί σε οχετό. Συνέχισα να τον ταρακουνώ από το σακάκι σαν τρελλός ώσπου εκείνος πάτησε ένα κουμπί πάνω στο σεκρετέρ κι αμέσως βρέθηκα να με τραβούν δυο άλλοι υπάλληλοι, προφανώς για να με πετάξουν έξω. «Όχι, όχι» άρχισα να κλαψουρίζω στη σκέψη ότι όλα θα πάνε χαμένα «σας παρακαλώ, υπόσχομαι θα είμαι ήρεμος, δεν ξέρω τι με έπιασε, δεν το έχω ξαναπάθει.» Φυσικά έλεγα ψέματα. Οι κρίσεις μου ήταν τόσο συχνές ώστε κάποιοι νόμιζαν ότι είμαι ψυχικά άρρωστος, το έλεγαν στο Βίκτωρα κι ο Βίκτωρ γελούσε «μη λέτε βλακείες, ο Γκουλ είναι το καλύτερο παιδί.» Ήταν τόσο συγκινητική κι ευγενική αυτή του η πίστη σε εμένα που με έκανε να τον λατρεύω όπως λατρεύουμε μόνο έναν καλό και αφοσιωμένο φίλο.

Οι υπάλληλοι παρέμειναν αμίλητοι, συνεχίζοντας να με σέρνουν. Ο ήχος από τις μύτες των παπουτσιών μου που σέρνονταν όπως με τραβούσαν, ακούγονταν στριγκός και σφυριχτός. «Βγάλ’ του τα παπούτσια» είπε ο ένας κι αμέσως βρέθηκα ξυπόλητος με τα δάχτυλά μου να πονάνε καθώς τρίβονταν στο τσιμέντο. Με έσυραν έτσι ως το τέλος του διαδρόμου, τα πόδια μου πλήγιασαν κι εγώ έκλαιγα, πάει η καρδιά, πάει η ευκαιρία μου να δω τόσο μοναδικό, πάει η ευκαιρία μου να το διηγηθώ στο Βίκτωρα και τους φίλους του. «Εμπρός, ορίστε η καρδιά σου!» Άνοιξαν μια βαριά πόρτα και με πέταξαν μέσα. Και τα καθάρματα άφησαν να με φάνε οι σφήκες. Γιατί το δωμάτιο ήταν γεμάτο σφήκες. Κρέμονταν παντού σαν τσαμπιά. Έπιαναν κάθε εκατοστό του χώρου. Δεν μπορούσα να περπατήσω, δεν μπορούσα να δω, δεν μπορούσα να ακούσω. Μπορούσα μόνο να τις αισθανθώ να μπαίνουν μέσα στα αυτιά μου, στα μάτια μου, στη μύτη μου, ο όγκος τους να ανοίγει με βία το στόμα μου καθώς χώνονταν κατά δεκάδες μέσα στο σώμα μου και τα κεντριά τους να με τρυπούν παντού. Καθώς λιποθυμούσα ή καθώς πέθαινα άκουσα ξεκάθαρα τη φωνή του Βίκτωρα, «Γκουλ, όλα θα πάνε καλά, είμαι εδώ, αυτή ήταν η χειρότερη κρίση που είχες ποτέ. Αχ, βρε Γκουλ, χτυπιόσουν έξω από το αστυνομικό τμήμα, νόμιζα ότι θα πεθάνεις. Έπρεπε να ειδοποιήσουμε  ασθενοφόρο. Ήσουν τυχερός που μένω απέναντι.» Το χέρι του μου χάιδευε το κεφάλι στοργικά.

Σοβαρά Βίκτωρ; Πήγαινε στο διάβολο κι ακόμη παραπέρα Βίκτωρ. Ελπίζω μια ορδή δαιμόνων να σου ξεσκίζουν τα σωθικά και να καίγεσαι αιωνίως. Παλιοαρχίδι. Ποιος σου είπε να με σώσεις; Πως θα ξαναμπώ τώρα μέσα;

 



 

Jul 14, 2020

Οι μύξες 2




Ο Ρόθι έβαλε βιαστικά το μάτσο ξανά στην τσέπη του. Αισθανόταν αναστατωμένος. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει το λόγο και αυτό επέτεινε την αναστάτωσή του. Έβγαλε το εφεδρικό μεταξωτό μαντήλι από την πίσω τσέπη. Το είχε πάντα μαζί του για κάποια απροσδόκητη επίσημη περίπτωση και το γεγονός ότι τον κορόιδευαν στην αίθουσα συσκέψεων ίσως να ήταν επίσημο. Αλλά ούτε αυτό μπορούσε να συγκρατήσει τους ανοιχτούς ουρανούς. Ζήτησε συγγνώμη και βγήκε έξω τρέχοντας. Ο Νόα, ο επιστάτης τον ρώτησε αν είναι καλά. Ο Ρόθι ένευσε καταφατικά εξακολουθώντας να μπουκώνει τη μύτη του με το μαντήλι και ο Νόα συνέχισε το γυάλισμα των κηροπήγιων ρίχνοντας  κλεφτές ματιές προς τη μεριά του.

Η κηδεία κανονίστηκε για  μετά από δυο ημέρες. Όταν έβγαλαν το νεκρό από το ψυγείο για την προετοιμασία ο Ρόθι πρόσεξε ότι τα κατάξανθα μαλλιά του έμοιαζαν σα φρεσκογυαλισμένο άχυρο. Ο γαμπρός της Χάνα ήταν ψηλός και αδύνατος. Το κουστούμι έπλεε επάνω του με κωμικό τρόπο και οι σχεδόν λευκές βλεφαρίδες του τον έκαναν να μοιάζει με φάντασμα. Ο Ρόθι τακτοποίησε τα χέρια του όπως ήξερε να κάνει. Αναγκάστηκε να βάλει βαζελίνη για να γλιστρήσει η βέρα. Έριξε μια βιαστική ματιά στο εσωτερικό της. Δυο αρχικά ονομάτων και μερικές λέξεις ήταν χαραγμένα : M, T, θα σε αγαπώ για πάντα. Ρούφηξε δυνατά τη μύτη του και ρουθούνισε κάνοντας έναν ήχο περίεργο που δε συνήθιζε. Η Χάνα τον κοίταξε πάνω από τα γυαλιά της. Δώσε μου τη βέρα Ρόθι, θα την παραδώσω εγώ στον Μάικ.

Η τελετή έγινε στο νεκροταφείο του Μονπελιέ το οποίο απλώνονταν μελαγχολικό και απέραντο επάνω σε έναν καταπράσινο λοφίσκο. Ο αδερφός της Χάνα έκλαιγε απαρηγόρητος και η Χάνα τον αγκάλιαζε σφιχτά ψιθυρίζοντάς του λόγια παρηγοριάς στο αυτί. Πριν το φέρετρο κλείσει για πάντα ο Ρόθι είχε φροντίσει να καθάρισει με αντισηπτικά  ο,τι υγρό είχε στάξει από τα ρουθούνια του πάνω στα κρέπια. Ήταν ο πρώτος νεκρός στα χρονικά του γραφείου που το κεφάλι του δεν στεφανώνονταν από μύξα.

Ο αδελφός της Χάνα ήρθε ξανά στο γραφείο για να ευχαριστήσει τους υπαλλήλους. Κουβαλούσε δυο μεγάλα φαντεζί κουτιά  με πολύχρωμους φιόγκους γεμάτα εκλέρ. Η Μεγκ και η Ντόρις έτρεξαν να βοηθήσουν λέγοντάς του ότι δεν ήταν ανάγκη ούτε να τους φέρει γλυκά ούτε να ξοδευτεί στο πιο ακριβό ζαχαροπλαστείο της περιοχής. Τα εκλέρ αφέθηκαν στον πάγκο της μεγάλης κουζίνας  όπου οι υπάλληλοι έκαναν τα μικρά τους διαλείμματα για καφέ ή τσιγάρο. Η Μέγκ άνοιξε το πάνω κουτί και στράβωσε τα χείλη της απαξιωτικά. Εκλέρ έφερε ο τσιγκούνης;  Δεν μπορούσε να φέρει κανα μάρζιπαν; Αχ, το Κουινς Καπς έχει τέλεια γλυκά από πάστα αμυγδάλου! Ας βολευτούμε όμως με ό,τι έχουμε. Τον φτηνιάρη, τόσα λεφτά έχει.

Μπουκώθηκε με ένα εκλέρ και αναστέναξε. Η Ντόρις τη μιμήθηκε. Είδες πόσο άσχημος ήταν ο άντρας του; Και πόσο αδύνατος! Η Μεγκ γέλασε δυνατά. Απορώ πως το έκαναν! Εγω θα φοβόμουν μη μου σπάσει ο καημένος.

Ο Ρόθι τις άκουγε σιωπηλός. Νομίζω πως ο Τόμ ήταν όμορφος είπε δειλά.

image: Giannis Tsarouhis

Jul 11, 2020

Felines in T-shirts , 1



Λοιπόν, ακούστε πως είχαν τα πράγματα. Ωραίο καλοκαιρινό απόγευμα, από αυτά που το φως τους σε κανει να νομίζεις ότι βρίσκεσαι ξανά στην παιδική σου ηλικία. Λίγο πορτοκαλί, λίγο λευκό και λιγο χρυσαφί. Πάνω από το κεφάλι μου υπήρχε το κατωφλι μιας ψηλής πόρτας. Απέναντι, άλλη μια πόρτα και ένας τεράστιος μακρύς διάδρομος ανάμεσά τους. Πρόσεξα πρώτα εκεί τις δυο γάτες. Κουλουριασμένες η μία κοντά στην άλλη. Προχωρώ, προχωρώ, προχωρώ, ο διάδρομος είναι ατελείωτος και μόλις τις πλησιάζω, η μια από τις γάτες  μου μιλά με ανθρώπινη φωνή πληροφορώντας με οτι βρίσκεται εκεί για να ελέγχει ποιος μπαίνει. Αμέσως μου ήρθε στο μυαλό ότι η γάτα πρέπει να ήταν ο Άγιος Πέτρος. Δεν ξέρω γιατί το σκέφτηκα αλλά το σκέφτηκα. Πολλές φορές κάνω περίεργες σκέψεις. Τότε ποια είναι η άλλη γάτα αναρωτήθηκα αν και κατάλαβα ότι ήδη γνώριζα την απάντηση. Η άλλη γάτα ήταν ο εξαποδώ. Αυτή δε μιλούσε. Κοίταζε ράθυμα, μιά εμένα μια την άλλη γάτα. Δεν ήξερα τι να πω, δεν ήξερα αν έπρεπε να μιλήσω. Με τα ζώα δεν τα πηγαίνω πολύ καλά, αισθάνομαι έναν φόβο κάθε φορά που είμαι κοντά τους. Στεκόμουν αμίλητος. Το μέρος μού έφερε στο μυαλό ένα καλοκαιρινό ξενοδοχείο όπου πηγαίναμε με την μητέρα μου όταν ακόμη την κρατούσα από το χέρι. Δίπλα μου ακουγόταν ο παφλασμός του νερού με τον ήχο που κάνει όταν κάποιος το χτυπάει ρυθμικά με ένα κουπί.

Η δεύτερη γάτα αποφάσισε να χασμουρωθεί τεντώνοντας τον κορμό της  και φανερώνοντας για δευτερόλεπτα τα νύχια της:  Το έχεις καταλάβει φαντάζομαι ότι έχεις χαθεί, η έξοδος είναι στη λίμνη, βούτα μέσα λοιπόν. Η λίμνη βρίσκονταν πίσω από τις γάτες αλλά δεν την είχα προσέξει. Έμοιαζε σαν ξεκολλημένο φόντο ενός πίνακα που κάποιος το έκοψε και το έφερε εκεί για σκηνικό. Μικρή και στρογγυλή με κρυστάλλινα νερά. Εντάξει είπα μόνο πριν ξεκινήσω να περπατάω πάνω στο νερό. Λέω την αλήθεια, ακούγεται απίστευτο, το γνωρίζω αλλά δεν είναι ψέμα. Θυμάμαι μάλιστα ότι με ενοχλούσε η σκέψη ότι θα βρέξω τα ρούχα μου. «Σου είπα να βουτήξεις», ξαναείπε η δεύτερη «αν και αυτό που κάνεις δεν μπορώ να πω, είναι διασκεδαστικό, μου θυμίζεις έναν παλιό μας φίλο. Του άρεσε να περπατά πάνω στο νερό.»

Η πρώτη γάτα νιαούρισε δυνατά στο άκουσμα της παραπάνω φράσης. Νομίζω πως και οι δυο τους με κορόιδευαν και τότε μου ήρθε η επιθυμία να τις πνίξω. Έχω αυτήν την επιθυμία εδώ και κάποια χρόνια. Μου αρέσει να πνίγω. Ξεκίνησα με μυρμήγκια και μύγες. Προχώρησα σε σκίουρους και λαγούς. Μένω σε δάσος και βρίσκω αφθονα.

Κάποιοι από το κοινό  ξερόβηξαν απότομα ακούγοντας τα τελευταία λόγια μου. Μια καρέκλα έτριξε καθώς την τράβηξαν νευρικά πάνω στο πάτωμα. Έβγαλα τα γυαλιά μου κι έκανα μια παύση. Κοίταξα τους ανθρώπους που βρίσκονταν μαζεμένοι στην αίθουσα του Crompton Collective. Αμερικάνοι της μεσαίας τάξης, οι περισσότεροι καλοντυμένοι, φουλάρια, ζακέτες από καλά καταστήματα, μεγάλες τσάντες, γυαλιά από ακριβά καταστήματα οπτικών ειδών. Κρατούσαν τα χέρια τους σφιχτά δεμένα μπροστά από το στήθος τους ή πάνω στα γόνατά τους. Η αναφορά μου στο πνίξιμο σκίουρων και λαγών είχε σίγουρα σοκάρει την πολιτική τους ορθότητα αλλά οι New York Times είχαν αναφορά στο βιβλίο μου. Μπορούσα λοιπόν να πνίγω και σκίουρους και λαγούς. Τους χαμογέλασα. Ο εκδότης μου χειροκρότησε πρώτος και όλοι τον ακολούθησαν.

_Το όνειρό σου έχει πολλές λεπτομέρειες Αλέξανδρε.

_Μου αρέσουν οι λεπτομέρειες γιατρέ. Οπότε φροντίζω και τα όνειρά μου να έχουν πάντα πολλές.

Ο γιατρός κάτι σημείωσε στο μπλοκάκι του.

_Ναι, φροντίζεις, ακριβώς αυτό. Θα ήθελα να δεις ένα όνειρο δίχως τόσες πολλές λεπτομέρειες, να σημειώσεις τι συμβαίνει μέσα σε αυτό και να μου διηγηθείς μόνο τις πράξεις και τα γεγονότα. Οι λεπτομέρειες πολλές φορές μάς απομακρύνουν από την ουσία κι έχω την εντύπωση ότι τις χρησιμοποιείς για να κρυφτείς.

_Γιατρέ, αντιθέτως, οι λεπτομέρειες είναι πιο σημαντικές από την ουσία.

_Τέλος πάντων, θέλω την επόμενη φορά να μου διηγηθείς κάτι σύντομο με ελάχιστες ή καθόλου λεπτομέρειες. Μα σοβαρά τώρα θυμάσαι τι πουλόβερ φορούσαν οι αναγνώστες στην παρουσίαση; Εκτός αν το στάδιο της εκλογίκευσης σε σένα λειτουργεί με κάποιον τρόπο τον οποίο να πρέπει να μελετήσουμε.

_Ζακέτες,  τον διόρθωσα.

_Και το ότι η γάτα τεντώθηκε και έδειξε τα νύχια της; Ή ότι οι καρέκλες στο βιβλιοπωλείο έτριζαν; Οι ήχοι είναι εξαιρετικά σπάνιοι στα όνειρα.

_Γιατρέ δε μου λέτε όμως τίποτα για τη σημασία που είχε το όνειρο. Τη λίμνη, τις γάτες, το φίλο τους που περπατούσε στο νερό, τον Άγιο Πέτρο , το διάβολο, το πνίξιμο. Τι συμβολίζουν όλα αυτά.

Με έκοψε υψώνοντας την παλάμη του. 

_Τυπικά σύμβολα. Όλα. Θέλεις να ακούσεις τι αντιπροσωπεύει ένα ένα; Ξέρεις ότι δε δουλεύω έτσι. Προτιμώ να ακούσω πρώτα κι άλλα όνειρα, να τα συνδυάσω με την καθημερινότητά σου και μετά να συζητήσουμε. Θέλω να σε ξαναδώ την επόμενη Πέμπτη.

_Δεν μπορώ την Πέμπτη γιατρέ. Τις Τετάρτες δε βλέπω όνειρα και δε θα έχω τι να σας διηγηθώ. Προτιμώ να σας διηγούμαι τα πιο πρόσφατα όνειρά μου.

Ο γιατρός χτύπησε το στυλό του πάνω στο μπράτσο της πολυθρόνας.

_Τις Τετάρτες δε βλέπεις όνειρα; Αλέξανδρε κάθε μέρα βλέπεις όνειρα αλλά έχεις διαλέξει, για κάποιο λόγο, να μη θυμάσαι τα όνειρα της Τετάρτης.

Προσποιήθηκα ότι σκυθρωπιάζω, δεν ήθελα να τον απογοητεύσω. Θα μπορούσα να πάω μια βόλτα από το Crompton Collective μόλις τελείωνε το ραντεβού μου. Να παρατηρήσω το χώρο και να θυμηθώ σε ποιο ακριβώς σημείο γινόταν η διάλεξή μου μέσα στο όνειρο.






Jun 25, 2020

Οι μύξες 1



Julia Soboleva








Ο συνεσταλμένος Ρόθι  δούλευε σε γραφείο τελετών. Ψηλός, γεροδεμένος, με ξυρισμένα  τα μαλλιά πάνω από τα αυτιά του. Τον ταλαιπωρούσαν συχνές ιώσεις που τις κολλούσε τη μία μετά την άλλη. Κουβαλούσε πάντα δυο ή τρία πακέτα χαρτομάντηλα στις τσέπες του. «Μην ανησυχείς» τον καθησύχαζε η Χάνα όταν σκούπιζε τη μύτη του με ένοχο ύφος. «Τι φοβάσαι; Ότι θα κολλήσεις τους πεθαμένους;». Ο Ρόθι χαμογελούσε δειλά και μόλις η Χάνα έφευγε άφηνε τη μύτη του να στάξει πάνω στα διακοσμητικά κρέπια των φερέτρων. Ένα σημείο όπου ήξερε ότι ποτέ κανείς δε θα έβλεπε τις μύξες του ήταν εκεί όπου ακουμπούσε το κεφάλι και η πλάτη του νεκρού. Περιμετρικά στο επάνω μέρος του φερέτρου. Ποιος θα ανασήκωνε τον πεθαμένο μέσα από το φέρετρο και για ποιο λόγο; Η μύτη του θλιβόταν  περισσότερο με αυτή τη σκέψη κι έτρεχε νερό. Δεν προλάβαινε ούτε τα χαρτομάντηλα να βγάλει από την τσέπη αλλά και όταν τα έβγαζε το φθηνό χαρτί τους ήταν πολύ λίγο για να συγκρατήσει τη ροή ενός καταρράκτη.

Η Χάνα ήταν η ιδιοκτήτρια της επιχείρησης. Το γραφείο της ήταν το μεγαλύτερο στο είδος και το μόττο «Είμαστε εδώ για εσάς» παρόλο που έμοιαζε με διαφήμιση σουπερ μάρκετ, καθησύχαζε όσους είχε χτυπήσει η μοίρα με το θάνατο ενός δικό τους ανθρώπου. Ο Ρόθι είχε τη στόφα του υπαλλήλου που προτιμούσε η Χάνα.  Γρήγορος, ακριβής, δεν έκανε αχρείαστες ερωτήσεις, έμπειρος, και μαζεμένος. Κυρίως το τελευταίο ήταν κάτι που ευχαριστούσε τους πελάτες οι οποίοι εκτιμούσαν την ευγένεια και την κατανόηση του πόνου τους. Ο Ρόθι περπατούσε στις μύτες των ποδιών του για να μην ενοχλεί και δε μιλούσε σχεδόν ποτέ, παρά μόνο όταν ήταν να συνεννοηθεί ως προς τις απαραίτητες διαδικασίες μιας τελετής. Ακόμη κι αυτό το έκανε κοιτώντας πάντα χαμηλά και συστρέφοντας αδιάκοπα τα δάχτυλά του. Τόσο ντροπαλός ήταν ο Ρόθι. «Ένα αρνί του Θεού» έλεγε  η Χάνα αλλά και οι υπόλοιποι υπάλληλοι.  Ανάμεσα στα καθήκοντά του ήταν  να τακτοποιεί το νεκρό μέσα στο φέρετρο και να τον σκεπάζει με τα λουλούδια που είχε διαλέξει η οικογένεια. Τα κρίνα και οι μαργαρίτες ερέθιζαν πιο πολύ το μόνιμο συνάχι του και όταν κάποιος αποφάσιζε πως με αυτά τα λουλούδια θα στόλιζαν το αγαπημένο πρόσωπο ο Ρόθι ίδρωνε και πάθαινε μικρές κρίσεις πανικού νομίζοντας ότι δεν μπορεί να αναπνεύσει. Ωστόσο, κατόρθωνε να φέρει τη δουλειά εις πέρας, φυσώντας, κολλώντας και κρύβοντας όλες τις ρινικές εκκρίσεις του στο γνωστό σημείο.

Όταν ο αδερφός της Χάνα που ζούσε στη Νέα Υόρκη, έχασε τον άντρα του ξαφνικά από ένα κομμάτι μήλου που σφήνωσε στο λαιμό του, ήρθε στο Βερμόντ για να κανονίσει τα της κηδείας με το γραφείο της αδερφής του. Ο αδερφός σου είναι μαύρος, είπε σιγανά ο Ρόθι μέσα στην δωμάτιο συσκέψεων. Δυο υπάλληλοι μειδίασαν ειρωνικά. Είμαστε και οι δύο υιοθετημένοι Ρόθι, αλλά είναι ο καλύτερος αδερφός που θα μπορούσα να είχα. Ναι βέβαια, ξαναμουρμούρισε ο Ρόθι, ρουφώντας παρατεταμένα τη μύτη του. Και είναι παντρεμένος με άντρα ε; Αυτή τη φορά η Χάνα χτύπησε το πίσω μέρος του στυλό της πάνω στο γραφείο. Υπάρχει κάποιο πρόβλημα Ρόθι; Ο Ρόθι πήρε μια βαθιά ανάσα αλλά η μύτη του μπούκωσε περισσότερο έτσι. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και προσπάθησε όσο μπορούσε να μην τρέξουν οι μύξες πάνω στο γραφείο. Έβγαλε βιαστικά ένα μάτσο στραπατσαρισμένα χαρτομάντηλα από την τσέπη του και τάπωσε τα ρουθούνια του. Ί-ου έκανε με αηδία από την άλλη άκρη του τραπεζιού η Ντόρις η μακιγιέζ. Η Μέγκ με το ψηλό κούτελο που ξεναγούσε τους πελάτες στις αίθουσες με τα φέρετρα βοηθώντας τους να αποφασίσουν ανάμεσα στο ακριβό και ακριβότερο γέλασε λίγο πιο δυνατά από το αναμενόμενο. Η Χάνα ξαναχτύπησε το στυλό δυνατά πάνω στο χείλος του ποτηριού της σα να ήθελε να κάνει μια πρόποση. Κορίτσια, παρακαλώ!

Ο Ρόθι έβαλε βιαστικά το μάτσο με τα χαρτομάντηλα ξανά στην τσέπη του. Αισθανόταν αναστατωμένος.


Jun 14, 2020

Πώς σε λένε ;

Ta Thimkaeo


Η έρμη καπνικαρέα ήμουν εγώ. Οι πωλήτριες της στοάς πίστευαν πως ήταν ικανές να με πικάρουν κολλώντας μου χωριάτικα παρατσούκλια. Ποιο τεμπελόσκυλο από αυτές τις δήθεν κουλτουριάρες που κάθε μέρα αγόραζαν τον καφέ τους σε πλαστικό ποτήρι μέσα στο πανάθλιο καφενείο της στοάς θα μπορούσε να έχει ως μόνιμο σπίτι σουίτα ξενοδοχείου; Ποια μπασκλασαρία μπορούσε να πιάσει εμένα, μια Λουκία Δρόσου, βυζαντινού γένους, στο στόμα της; Καρακάξες που λυσσούσαν με μια ρουτίνα άπιαστο όνειρο για αυτές. Αφού έπινα τον πρωινό καφέ μου και μασούσα αργά αργά τα ωραία μου κρουασάν στην ταράτσα του Σεντ Ζορζ, φορούσα την μπλε μαρινιέρα μου, τη λευκή αεράτη ζυπ κυλότ μου, τα όξφορντ σουζ μου και ένα καταπληκτικό κραγιόν μαιάμι πλαμ και στηνόμουν στο σποτ μου στη μεγάλη στοά του δημαρχείου. Καθισμένη στην πτυσσόμενη καρεκλίτσα μου, ευχαριστιόμουν να παρατηρώ τον κόσμο. Ναι, βρέξει χιονίσει όπως έλεγαν οι τριτοκλασάτες. Είμαι και πάντα ήμουν μια καλλιτέχνης, ο κόσμος με τρέφει. Η βλακεία του κι η ομορφιά του. Κρατούσα τις σημειώσεις μου ή σκιτσάριζα τα προσχέδια μου και όταν άρχιζα να βαριέμαι γυρνούσα στο ξενοδοχείο για να ζωγράφισω ή να γράψω. 


Λεφτά είχα να φάνε κι οι κότες. Κανένα καθημερινό πρόβλημα δε χαλούσε τη ζαχαρένια μου. Δε μου άρεσε όμως ότι διέδιδαν πως μιλώ μόνη μου. Αυτά ήταν ψέματα. Τρελή δεν είμαι. Κάποιοι περαστικοί σταματούσαν μπροστά μου και με ρωτούσαν απροκάλυπτα και προσβλητικά πόσο χρονών είμαι, χασκογελώντας μεταξύ τους. Ή με ρωτούσαν τι κάνω εκεί, τι ζωγραφίζω, γιατί έχω το καπέλο μου κάτω, πόσα λεφτά έχω μαζέψει, με φώναζαν θειά, γιαγιά, βλαμμένη. Ε κι εγώ τότε τους απαντούσα φωνάζοντας διάφορες βρισιές που μου κατέβαιναν εκείνη την ώρα στο κεφάλι. Έχω φοβερή ευρηματικότητα και δεν ανέχομαι να με προσβάλλει κανείς από τους βοσκούς της Αθήνας. Συνήθως έφευγαν τρέχοντας ή έμεναν με το στόμα ανοιχτό ακούγοντας την ποικιλία του υβρεολογίου μου. Αυτό με έκανε να αισθάνομαι υπερήφανη. Κανείς δεν μπορούσε να με πειράξει, είχα απαντήσεις όλα. Και τι έγινε δηλαδή που ήμουν 75 χρονών; Ξέρετε πολλές 75αρες να φορούν μαρινιέρες και ζυπ κυλότ και να σκιτσάρουν άφοβα και δίχως συμπλέγματα περαστικούς της Αθήνας; Ήμουν και θα είμαι πάντα μοντέρνα. Η νύφη μου μου έλεγε ότι τα έχω χαμένα, ότι δεν ξέρω να σκιτσάρω, ούτε το μολύβι να πιάνω καλά καλά, ότι δεν μένουμε στην Αθήνα και επέμενε να με ρωταέι που έμαθα τι είναι η μαρινιέρα και τα οξφορντ σουζ. Μητέρα φοράς παντόφλες μου έλεγε η παλιάνθρωπος, που τα είδες τα όξφορντ σουζ; Μητέρα στην τηλεόραση τα άκουσες αυτά; Μητέρα σε παρακαλώ, σταμάτα να βρίζεις. 

Μα τι ξέρει τέλος πάντων αυτό το άχρωμο, ανέραστο, ανόητο πλάσμα; Εγώ μένω όπου θέλω και κάνω ο,τι θέλω. Ας μείνει αυτή στο δυάρι της μαζί με τον άχρηστο γιο μου κι ας κάνουν τη ζωή τους. Εγώ τι της φταίω και με ταλαιπωρεί κάθε μέρα κυνηγώντας με και φωνάζοντας ότι φορώ πυτζάμες μες στο δρόμο και ότι έχω τρελλαθεί;

Μα τι εννοείς κι εσύ τώρα ότι δεν έχω νύφη; Πως σε λένε είπαμε;

To παραπάνω γράφτηκε με αφορμή την παρακίνηση της φίλης Ιφιγένειας Σιαφάκα.

Feb 14, 2020

Φέισμπουκ πέιτζ -Μέλος 1


Ως διαχειριστής μια μεγάλης σελίδας στο φέισμπουκ με πάρα πολλά μέλη    αντιγράφω από το αρχείο μου μερικά από τα προσωπικά μηνύματα που έχω λάβει κατά καιρούς.

Από Ιάσωνα Μ :
Καλημέρα σας κύριε Ν. Πρώτα απ’όλα θέλω να γνωρίζετε ότι εγώ δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος, δηλαδή για να καταλάβετε δεν έχω ζητήσει ποτέ κάτι, ούτε καν από τους οικείους μου, αλλά πιστεύω πως μπορώ να το ζητήσω από εσάς καθώς φαίνεται να γνωρίζετε πρόσωπα και καταστάσεις. Χρειάζομαι ένα κεφάλαιο κίνησης  50.000 ευρώ. Επείγομαι να ανοίξω ένα σαλόνι νυχιών, έχω πάρα πολλές φίλες οι οποίες κυριολεκτικά αδημονούν για αυτήν την επιχειρηματική κίνηση. Είναι όλες ενθουσιασμένες με τον τρόπο που περιποιούμαι τα νύχια τους. «Ιάσωνα είσαι καλλιτέχνης» μου λένε. «Θέλω την κόκκινη πλατεία της Μόσχας στο μεγάλο νύχι, ταξιδεύω για Ρωσία μεθαύριο», «θέλω όλες να βλέπουν με τη μία ότι δεν είμαι σαν και αυτές, μπορείς να μου κολλήσεις φτερά πάνω από το μανό; Τόσο ζωντανά που να νομίζουν ότι θα πετάξω ακόμα κι αν κουνήσω μόνο το μικρό μου δαχτυλάκι; Έχω στο νου μου κάτι σε φτερά στρουθοκάμηλου αλλά κατάμαυρα με μια ρίγα πράσινη στη μέση.

Ποιος ο λόγος να της πω ότι δεν οι στρουθοκάμηλοι δεν έχουν πράσινες ρίγες; Φτιάχνω ό,τι τους αρέσει, δίχως να ρωτάω πολλά. Και πράσινες στρουθοκαμήλους και ροζ λιοντάρια και ψάρια με πόδια. Όλα τέλεια, τόσο καλός είμαι. Αυτό  σημαίνει ότι δε θα χάσετε τα χρήματά σας, ούτε εσείς, ούτε η σελίδα σας, ούτε το φέισμπουκ. Η πελατεία μου θα ρέει άφθονη -σας το εγγυώμαι-κι εγώ θα εργάζομαι ασταμάτητα δίχως να αγκομαχώ, γιατί πάνω απ’ όλα θέλω είναι η αξιοπιστία μου,  σ’εσάς, στη σελίδα, στο φέισμπουκ. Αν μπορείτε λοιπόν ετοιμάστε μου την αίτηση όσο πιο σύντομα γίνεται, επισυνάψτε την εδώ, νομίζω είναι πιο γρήγορο και για τους δυο, θα τη συμπληρώσω αμέσως. Θα σας δώσω πέντε τραπεζικούς λογαριασμούς ώστε να έχετε την ευχέρεια να επιλέξετε όποιον εσείς θεωρείτε βολικότερο  για να μου πιστώσετε το δάνειο, θέλω να νοιώθετε άνετα. Δεν ξέρω βέβαια αν αυτό γίνεται αλλά υπάρχει η δυνατότητα να μου βάλετε τα πενήντα χιλιάδες  σε κάποια τράπεζα του φέισμπουκ; Δε γνωρίζω ποιες τράπεζες χρησιμοποιεί  ο κύριος Ζουκεμπεργκ αλλά θα μπορούσατε να τον ρωτήσετε; Αν δε σας βάζω σε κόπο βέβαια. Χίλια ευχαριστώ, αναμένω την έγκριση! (φατσούλα χαμογελαστή)

Image: Bankers in action (detail), Remedios Varo

Aug 3, 2019

Θωρηκτό Βαρσανουφία 4

Kεφάλαιο 2

Τρίτη 4:15 μ.μ.
«Λεό, πρέπει να μου τηλεφωνήσεις  όσο το δυνατόν πιο σύντομα. Προσπαθώ από το πρωί να σε βρω, γιατί δεν απαντάς στις κλήσεις μου; Στείλε μου τουλάχιστον ένα μήνυμα! Μην είσαι τόσο αναίσθητος, για το δικό σου το παιδί πρόκειται! Η Διάνα, έπαθε πάλι κρίση. Χτυπούσε το κεφάλι της στον τοίχο και δεν άφηνε κανέναν να την πλησιάσει! Έπρεπε να φωνάξουμε το γιατρό, στο σπίτι γινοταν χαμός, η μεγάλη έκλαιγε, η μικρή ούρλιαζε γιατί της χαλάσαμε την ησυχία, ο Άρξος κόντεψε να με χτυπήσει, τα έριχνε όλα σε μένα! Εγώ φταίω λέει που η αδερφή του είναι ένα κτήνος και μισό! Ακους; Θα με χτυπούσε ο ιδιος μου ο γιος! Κι εσυ δε σηκώνεις τα τηλέφωνα. Ζήτησα από τη Ζουλίλη να τηλεφωνήσει και στο γραφείο σου, της είπαν ότι ειχες δικαστήριο, ακόμη δικαστήριο έχεις; Τηλεφώνησέ μου, δεν αντέχω άλλο! Είναι και δικά σου παιδιά, όχι μόνο δικά μου!»

Τρίτη 11:15 μ.μ.
«Ενημερώθηκα για την κατάσταση της Διάνας από το γιατρό.  Μου έχεις στείλει από το πρωί 522 μηνύματα. Τα μέτρησα ένα ένα. Αν συνεχίσεις έτσι κάθε φορά που γίνεται κάτι θα με κάνεις να πάρω καινούριο νούμερο και να επικοινωνώ εγώ μαζί σου, μόνο όταν κρίνω απαραίτητο.»

Τρίτη 11: 19 μ.μ.
«Είσαι τομάρι, αυτό είσαι. Για την ταλαιπωρία που πέρασα σήμερα θα μου πληρώσεις το επόμενο τριήμερό μου στον Παρνασσό, αλλιώς σου στέλνω και τους τεσσερις τους πακέτο! Αρκετά! Μήπως ο γιατρός σου είπε πως ξεκίνησε η κρίση της; Επειδή πήρα ένα κρουασανάκι από το πιάτο της!»

Τρίτη 11:22
«Και να σου πω και κάτι άλλο; Εκτός από τομάρι είσαι κι εσύ το ίδιο κτήνος σαν την κόρη σου. Από σένα πήρε αυτό το άρρωστο πάχος, τη συνήθεια να τρώεει ολη μέρα, όταν την κοιτάζω μου φαίνεται ότι κοιτάζω εσένα.»

Τετάρτη 3:30 μ.μ.
«Κόσμο, σου θυμίζω ότι είμαι 1,82 και 85 κιλα. Συνεπώς φαντασιώνεσαι δράκους πάλι και ειλικρινά το έχω βαρεθεί αυτό. Το γνωρίζεις εξάλλου. Η Διάνα είναι άρρωστη ακριβώς όπως εσύ. Τη Διάνα την αγαπώ γιατί είναι παιδί μου, έστω κι αν κοντεύει τα 300 κιλά. Εσένα θα προτιμούσα να μη σε ξαναδώ στη ζωή μου. Το γνωρίζεις κι αυτό. Δυστυχώς έχουμε τέσσερα παιδιά μαζί, οπότε θα πρέπει να σε υποφέρω για μια ζωή. Η ιδέα της αδερφής σου για το μοναστήρι είναι καλή και θα πρέπει να το σκεφτούμε. Η μοναστική ζωή ίσως τη βοηθήσει σε πολλά επίπεδα. Θα βρεθούμε την Κυριακή όλοι μαζί να το συζητήσουμε. Στείλε τη Διάνα στη μητέρα μου για την ημέρα εκείνη. Όσο για τα παιδιά που θα μου στείλεις πακέτο, δεν έχεις πάρει ακόμη χαμπάρι ότι τα παιδιά σου είναι ενήλικες εδώ και κάποια χρόνια κι ότι αν τυχόν σε αφήσουν μόνη, την επόμενη μέρα θα είσαι για εγκλεισμό στο Δρομοκαϊτειο. Τα παιδιά σου σε σώζουν καθημερινά. Να τα ευγνωμονείς.»

Τετάρτη 10:43 μ.μ.
«Η μητέρα σου είναι γελοία! Χα! Γνωστό τοις πάσι βέβαια! Ξέρεις τι μου είπε όταν της ζήτησα να πάρει τη Διάνα την Κυριακή και να πάνε μαζί μια βόλτα; Ότι η Διάνα δε χρειάζεται βόλτες, παρά μόνο καλό φαϊ γιατί αυτό μόνο την παρηγορεί και την κάνει να χαίρεται λιγάκι. Πετάει πάλι μπηχτές για μένα! Ότι δήθεν εγώ φταίω για την κατάστασή του βούβαλου! Λες κι αν δεν ήμουν εγώ δε θα έτρωγε δέκα αρνιά στην καθισιά της! Ποιος; Η φάλαινα! Που όταν γεννήθηκε κόντεψε να μου κόψει το στήθος επειδή δεν έβρισκε πεντε λίτρα γάλα την ημέρα! Που έπαθα μαστίτιδα εξαιτίας της και υπέφερα. Πες λοιπόν της μητέρας σου να το βουλώνει για να μην της το βουλώσω εγώ!»

Πέμπτη 9:20 πμ
«Πάλι αγνοείς τα μηνύματά μου. Ειδικά όταν κατηγορούμε τη μανούλα σου, υστεριάζεις! Πήγες 58 χρονών κι είσαι ακόμη ένας μπέμπης κολλημένος στα φουστάνια της μαμάς.»

Πέμπτη 11:00
«Κόσμο, η μόνη που υστεριάζει είσαι εσύ. Όταν το καταλάβεις αυτό ότι είσαι υστερική, θα έχεις κάνει και το πρώτο βήμα για να διορθώσεις λίγο τα πράγματα. Αλλά αυτό δε θα γίνει ποτέ. Γιατί όπως η Διάνα γεννήθηκε αφύσικα πεινασμένη, εσυ γεννήθηκες αφύσικα μαλακισμένη. Μη μου απαντήσεις, κλείνω το τηλέφωνο. Είμαι κουρασμένος. Αρκετά για σήμερα.»

συνεχίζεται
image: Will Barnet





Jul 29, 2019

Θωρηκτό Βαρσανουφία 3


«Κοίτα τη μούρη σου» της ψιθύριζε με ευχαρίστηση όπου και να τη συναντούσε. «Δεν είναι μόνο ότι είσαι θωρηκτό, είσαι και άσχημη. Αλλά έτσι είναι, τα κακά της μοίρας ποτέ δεν έρχονται μόνα τους. Το δέρμα σου είναι ένα μαύρο χάλι, σα γυαλόχαρτο. Και η μύτη; Είναι μύτη αυτή ή γουρουνίσιο ρύγχος; Ως και τα μάτια σου γουρούνι θυμίζουν. Θα σε λυπόμουν λιγάκι αν δεν ήσουν σαν γκρακάνσα. Μήπως είσαι γουρούνα κανονική Βαρσανουφία και μας το κρύβεις;»

«Γιατί; Τι έχουν οι γουρούνες;» της απάντησε μια και μοναδική φορά η Βαρσανουφία. «Είναι πεντανόστιμες, ειδικά γεμιστές με μήλα.» Η Πληβεία αφηνίασε. «Τι είπες βρε βουβάλι; Σε μένα αντιμιλάς; Ξεχνάς ποια είμαι και τι θέση έχω εδώ μέσα;». Η Βαρσανουφία απέφυγε να απαντήσει, ανασηκώνοντας μονάχα τους ώμους της, μια κίνηση που εξελήφθη ως ακόμη μεγαλύτερη προσβολή. Η Πληβεία αποφάσισε να της θυμίσει αμέσως ποιος κάνει κουμάντο στη μονή. Η εντολή ήταν η άμεση επιβολή μιας σκληρής μοναστικής δίαιτας για δυο ολόκληρες εβδομάδες. «Και να έχεις υπόψιν σου ότι πρόκειται για προειδοποίηση. Αν ξαναμιλήσεις στην ηγουμένη σου δίχως το δέοντα σεβασμό, η επόμενη δίαιτα θα είναι μηνιαία.»

Η Βαρσανουφία υπέφερε κατά τη διάρκεια αυτών των δύο εβδομάδων. Από τα πρωινά κρουασάν με σοκολάτα, τους χυμούς, τα λουκάνικα με αυγά, τις λιπαρές μεσημεριανές σως οι οποίες συνόδευαν κάθε κρεατικό που καταβρόχθιζε αμάσητο, και τα βραδυνά δίλιτρα παγωτά, αναγκάστηκε να τη βγάζει με φρυγανιές, νερουλές σούπες, και στεγνές σαλάτες. Τη δεύτερη μέρα λιποθύμησε, την τρίτη έκλαψε με αναφιλητά, την τέταρτη βρυχήθηκε μέσα στο κελί βγάζοντας άναρθρες κραυγές που τρόμαξαν κάποιες μοναχές, και την έκτη ημέρα άρχισε να τρώει την μπογιά από τον τοίχο, να ξεπουπουλιάζει το στρώμα της και να μπουκώνει το στόμα της με τον αφρό και το βαμβάκι. Στην τραπεζαρία άρπαξε το μπράτσο της μοναχής που καθόταν δίπλα της κι έχωσε τα δόντια της βαθιά μέσα στη σάρκα ξεσκίζοντας το ράσο. Η μοναχή ούρλιαξε από τον οξύ πόνο του δέρματος που κόβεται αλλά η Βαρσανουφία δεν την άφησε. Ήταν αποφασισμένη. Αφού δεν την τάιζαν, αφού δεν τηρούσαν τη συμφωνία, ναι θα τις έτρωγε όλες. Το αστείο με το οποίο γελούσαν όλες τους θα γινόταν πραγματικότητα.

Χρειάστηκε να πέσουν όλες οι μοναχές επάνω της για να μπορέσουν να την τραβήξουν μακριά από την αδερφή Δωροθέα που σφάδαζε και χτυπιόταν. Από τα λαμπερά δόντια της Βαρσανουφίας κρεμόταν ένα μικρό κομμάτι μαύρου υφάσματος και τα χείλη της είχαν πασαλειφθεί με αίμα κανοντάς την να μοιάζει με ένα αιμοβόρο παχύδερμο τέρας που τρομοκρατούσε όλη τη μονή.

«Την επόμενη φορά» ούρλιαξε «την επόμενη φορά, θα σας φάω όλες. Όλες! Θα σας ψήσω μία μία στο φούρνο ζωντανές και δε θα με σταματήσουν ούτε τα ουρλιαχτά σας, ούτε τα παρακάλια σας. »

image: Daria Petrilli

συνεχίζεται



Jul 14, 2019

Θωρηκτό Βαρσανουφία 2




Η Αρλέττα δεν ταράχτηκε. Ήταν μαθημένη σε τέτοιου είδους επιθέσεις. Και δεν την ενδιέφεραν καθόλου. Αυτή περνούσε καλά, διασκέδαζε κάθε ημέρα, είχε μια ζωή άνετη πολλές φορές από τη γενναιοδωρία των εραστών και φίλων της, τις περισσότερες από την γερή κληρονομιά που τους άφησε ο πατέρας τους. Η ανιψιά της ήταν ένα δυστυχισμένο θεόχοντρο πλάσμα που τη ζήλευε.

«Βρε κοριτσάκι μου» νιαούρισε, «τουλάχιστον εγώ υπάρχει περίπτωση να πάρω ακόμη και τα κάγκελα. Εσύ τι θα πάρεις έτσι όπως έχεις καταντήσει τον εαυτό σου Διάνα μου; Ποιος άντρας θα γυρίσει να σε κοιτάξει έτσι αγάπη μου; Γιατί μωρό μου το κάνεις αυτό στον εαυτό σου; Πρέπει να βάλεις ένα στοπ, τα έχουμε ξαναπεί αυτά.»


Η Βαρσανουφία προτιμούσε χίλιες φορές τις προσβολές παρά τις ηθικοπλαστικές συζητήσεις και συμβουλές για το τι όφειλε να κάνει. Τα «κτήνος» «τέρας της φύσης» «ιπποπόταμε» «βούβαλε» ήταν τουλάχιστον έντιμα. Τα μωρό μου, κοριτσάκι μου, αγάπη μου, Διάνα μου, έκαναν το ολοστρόγγυλο σώμα της να σείεται εσωτερικά από κρυφή οργή. Αν ήθελε να φάει σα να μην υπάρχει αύριο, θα έτρωγε σα να μην υπάρχει αύριο. Αν ήθελε να ζυγίζει ένα τόνο θα ζύγιζε ένα τόνο. Το πρόβλημα ήταν δικό της, αν ήταν στα αλήθεια πρόβλημα. Δεν ήταν απολύτως σίγουρη ότι αυτό που οι άλλοι έβλεπαν ως πρόβλημα, αποτελούσε πρόβλημα για την ίδια. Πολλές φορές αρέσκονταν να κοιτάζει τον τεράστιο όγκο του σωματός της στον καθρέπτη, δεν ήταν και τόσο άσχημο όσο προσπαθούσαν να την πείσουν. Είμαι ολόλευκη σκεφτόταν, σα λαχταριστό ωραίο ζυμάρι, έχω λίπος όσο τρεις άνθρωποι μαζί, ελάχιστοι άνθρωποι στον κόσμο είναι τόσο χοντροί όσο εγώ, γιατί αυτό να μην είναι μια ιδιότητα αξιοζήλευτη; Το λίπος ζεσταίνει την καρδιά του ανθρώπου έλεγε η γιαγιά της, φάε λίγο ξυγκάκι κοριτσάκι μου να ζεσταθούν τα μέσα σου, μμμ, ε;; Ειδες τι νόστιμο που είναι; Έλα πάρε και λίγο σαλτσούλα να το βουτήξεις μέσα, γίνεται ακόμη πιο ζεστό, να πάρε και πετσούλα, πω πω τι θα φάει η ομορφούλα μας, άσε τη μαμά να γκρινιάζει, η μαμά όλο λούσα και βόλτες ξέρει, τίποτα άλλο. Η ομορφούλα δε χωρούσε στην παιδική καρέκλα, ουτε καν στις καρέκλες των μεγάλων, όλο της το σουλούπι έμοιαζε με μικρό ελεφαντάκι, οι παιδικές της γάμπες ήταν σα δωρικές κολώνες. Κι έτσι η  Βαρσανουφία μεγάλωνε και γινόταν όλο και πιο ζεστή μέσα της, τα μαγουλά της κοκκίνιζαν και η θέρμη του φαγητού ήταν το μόνο πράγμα που την έκανε χαρούμενη και να νοιώθει στο στοιχείο της.


Που αλλού μπορεί να κρύβεται η ευτυχία αν όχι βαθιά μέσα στην κρούστα ενός ξεροψημένου γουρουνούπουλου και μιας φουσκωμένης μπαγκέτας ψωμί βουτηγμένη στην πιο νόστιμη σως του κόσμου που μόνο η ίδια γνώριζε να κατασκευάζει, ανακατεύοντας βούτυρα λούρπακ, αλατισμένα και ανάλατα, μπαχαρικά, κρέμες γάλακτος, λιπαρούς ζωμούς κρεάτων, ψίχα πατάτας και κριτσανιστή μαύρη ζάχαρη; Κανείς δε θα μπορούσε ποτέ των ποτών να κατανοήσει την αυτοκρατορικότητα που βρίσκεται έμφυτη σε ένα πλούσιο φαγητό, το μεγαλείο του λίπους, των λαδιών κι ελαίων, των παχύσαρκων ολοστρόγγυλων μπράτσων της, το βαρύ τρέμουλο του πάχους στην κοιλιά της καθώς ανέβαινε τα σκαλιά, και την έκσταση που μια αχνιστή αλφρέντο προκαλούσε στους γευστικούς της θύλακες, καθώς γλυστρούσε στη γλώσσα της κι από εκεί στη σπηλιά του θεόρατων εντέρων της. Μια τεράστια ποσότητα οποιουδήποτε νόστιμου φαγητού ήταν το μοναδικό πράγμα που επιθυμούσε για να βρεθεί στον έβδομο ουρανό, ανεπηρέαστη κι αλώβωτη από την κακία, το χλευασμό και τις επιθέσεις των άλλων. Η Βαρσανουφία αισθανόταν λύπη για αυτούς, ήταν μίζεροι και δυστυχισμένοι δίχως να το γνωρίζουν, μα εκείνη μπορούσε να το δει ξεκάθαρα στο περίγραμμα των χειλιών τους όταν πετούσαν τη μια προσβολή μετά την άλλη.  Η ιδέα του μοναστηριού δεν ήταν καθόλου άσχημη. Θα έμενε όλη μέρα κλεισμένη σε ένα κελί, θα μάθαινε να  λέει είκοσι διαφορετικές προσευχές, θα έτρωγε, θα ξανάτρωγε και θα έπεφτε για ύπνο.  Ο μόνος της δισταγμός, είχε να κάνει με το μοναστηριακό φαγητό. Που θα έβρισκε τις ποσότητες φαγητού που ήθελε μέσα σ’ένα μοναστήρι; Να αρχίζει να τρώει τις καλόγριες όπως της πρότεινε η μητέρα της; Δε θα είχε πρόβλημα να το κάνει, εξάλλου χαμένα κορμιά ήταν οι περισσότερες, αλλά ήταν στεγνές και μαραμένες σαν αποξηραμένα δαμάσκηνα. Για αυτό κι έθεσε ένα όρο. «Θα πάω στο μοναστήρι. Αφού δε θέλετε να με βλέπετε, δε θέλω ούτε εγώ να σας βλέπω. Αλλά θα πάω μόνο με μια συμφωνία.»


Κι έτσι μαζί με την παχυλή δωρεά που δόθηκε στo μοναστήρι ώστε να πεισθούν οι μοναχές να δεχθούν το θωρηκτό Βαρσανουφία, υπογράφηκε και ιδιωτική συμφωνία καθημερινού εφοδιασμού  με ξεχωριστές μερίδες φαγητού ειδικά μαγειρεμένες για το τέρας της μονής. Η ηγουμένη Πληβεία δεν είδε με καλό μάτι αυτή τη συμφωνία αλλά ούτε ήθελε ούτε μπορούσε να κάνει πίσω. Για αυτό και  μίσησε από το πρώτο λεπτό τη Βαρσανουφία. Την οικονομική της επιφάνεια, τη φλύαρη οικογένειά της, το ελαφρώς γλαρό αριστερό μάτι της Βαρσανουφίας, το λίπος που έπνιγε ως και τα νύχια των χεριών της, το γεγονός ότι κατασκευάσθηκε ειδική τουαλέττα για το κήτος, και τα κρυφά δρομολόγια της εταιρείας κέιτερινκγ από τις πίσω πόρτες της μονής.



συνεχίζεται
το προηγούμενο μέρος εδώ

image: Mary Reid Kelley- typo detail added by me




Jul 8, 2019

Θωρηκτό Βαρσανουφία


Ποτέ της δεν τη συμπάθησε. Κι αν ήθελε να είναι ειλικρινής με τον εαυτό της, τη μισούσε. Μόλις την έβλεπε να μπαίνει στην τραπεζαρία με εκείνο το αυτάρεσκο ύφος και τα απαίσια μακριά γιλέκα της, ήθελε να ορμήσει επάνω της, να τη ρίξει στο πάτωμα και να της γρατζουνάει τα μάγουλα μέχρι να της τα σκίσει και να μη μείνει καθόλου δέρμα στο πρόσωπό της. «Ηλίθια αγελάδα,» ψιθύριζε μέσα από τα δόντια της.

Κι η άλλη ήταν λες κι επιδίωκε όλο αυτό το μίσος. Η πρώτη της δουλειά μόλις τελείωνε την προσευχή και πρόσταζε να ξεκινήσει το πρωϊνό ήταν να της κάνει παρατήρηση: “Αδελφή Βαρσανουφία, τρώτε σαν ζώο, μήπως είστε ζώο;». Οι άλλες μοναχές προσπαθούσαν να κρατήσουν τα γέλια τους κι η Βαρσανουφία γινόταν κατακόκκινη. Όχι από ντροπή ή αμηχανία αλλά από το μίσος που έβραζε μέσα της. Γνώριζε πως δεν μπορούσε να μιλήσει, γνώριζε πως έπρεπε να υποφέρει τα πάνδεινα για να δείξει πως είναι ανεκτική, ταπεινή κι ευγνωμονούσα για την ευκαιρία που της δόθηκε να τη δεχθούν σε αυτή τη συγκεκριμένη μονή.

«Αδελφή Βαρσανουφία, τι κοιλιά είναι αυτή; Οσονούπω θα σκάσει να φανταστώ; Φροντίστε να μη σκάσει κοντά μου τουλάχιστον.»

«Αδελφή Βαρσανουφία, σα να είστε λίγο χλωμή σήμερα, δεν κοιμηθήκατε καλά; Ξερνούσατε από το πολύ φαϊ πάλι;»

«Αδελφή Βαρσανουφία, δεν ξέρω αν σας το έχουν ξαναπεί, αλλά δεν είναι εύκολο να σας συμπαθήσει άνθρωπος, μοιάζετε λίγο σα μαϊμού. Σα τη μαϊμού του Κωλέττη θα έλεγα. Τη γνωρίζετε τη μαϊμού του Κωλέττη;»

Η Βαρσανουφία έγνεφε όχι με το ζόρι, ενώ φανταζόταν να τη πνίγει μέσα σε καυτό νερό.
«Αααα, τι κρίμα, ήταν μια κακάσχημη μαϊμου, ακριβώς σαν εσάς.»

Μια φορά τόλμησε και τη ρώτησε γιατί της φέρεται με τέτοιο τρόπο, γιατί της μιλάει τόσο άσχημα. Αμέσως η ηγουμένη φρόντισε με τις υψηλές γνωριμίες της να τη διώξει εκτός μονής για ένα μήνα την άλλη κιόλας ημέρα. Η Βαρσανουφία θα τρελλαινόταν. Δεν ήξερε τι να κάνει και που αλλού να πάει. Πέρασε τριάντα μαρτυρικές ημέρες στο πατρικό της σπίτι με τη μητέρα της να της φέρεται το ίδιο και χειρότερα.

«Χριστέ μου ήρθε πάλι το θωρηκτό στο σπίτι. Ούτε στο μοναστήρι την άντεξαν, φαντάζομαι θα ήθελε να φάει όλες τις μοναχές», σταματούσε λίγο για να ξεκαρδιστεί και μετά συνέχιζε φέρνοντας το καλώδιο του τηλεφώνου γύρους στο δάχτυλό της.

«Μα ναι σου λεω, θα μείνει εδώ για ένα μήνα, δεν ξέρω πως θα αντέξω, είμαι μάνα της, δεν πρέπει να τα λέω αυτά, αλλά εδώ πρόκειται για ζωο, κι όχι για άνθρωπο. Γέννησα ένα κτήνος, ευτυχώς Θε μου που εχω τα άλλα μου παιδιά, τα υπέροχα τρία μου παιδιά, να μη νοιώθω τη ντροπή τόσο μεγάλη. Ξέρεις τι μου είπε μόλις ήρθε; Σε μισώ αλλά δεν έχω που αλλού να μείνω, οπότε θα με ανεχτείς και θα σε ανεχτώ θες δε θες. Θα ευχόμουν να την πατούσε κανα λεωφορείο ή φορτηγό αν δεν ήταν τόσο μεγάλη αμαρτία.»


Η Βαρσανουφία στεκόταν ανάμεσα στην πόρτα της κουζίνας και της τραπεζαρίας, δίχως να αναπνέει για να ακούει καλύτερα, δεν ήθελε να χάσει λέξη από το υβρεολόγιο εναντίον της. Ο τρόπος με τον οποίο η μητέρα της εκστόμιζε κάθε βρισιά και προσβολή ήταν σα να της έδινε μια κρυφή, θεσπέσια ικανοποίηση. Άλλη κόρη στη θέση της θα είχε επαναστατήσει, θα είχε κατεβάσει αγίους, καντήλια και τοίχους, θα είχε κάψει το σπίτι  ουρλιάζοντας, μαζί με όλη την οικογένεια μέσα. Η Βαρσανουφία όμως έφερε το βάρος των 260 κιλών της κι ένα τέτοιο βάρος σε αναγκάζει να μην μπορείς να πας πουθενά, κολλάει τα πόδια σου στο πάτωμα και σφηνώνει τα χέρια σου στα κασώματα. Είχε τρία γιγαντιαίων διαστάσεων προγούλια που φούσκωναν σαν υπερφυσικό λειρί κάτω από το κεφάλι της, δίνοντάς της πολλές φορές μια έκφραση μοχθηρή κι αλλόκοτη. Τα χείλη της έσφιγγαν κι εξαφανίζονταν εντελώς, βαθιά μες στις πτυχές του συσσωρευμένου λίπους του προσώπου, δίνοντάς της μια όψη τρομερή. Αυτή ήταν συνήθως η μοναδική της αντίδραση όταν τη φώναζαν Όρκα ή ιπποπόταμο.

Στα 18 της η μόνη λύση ήταν να τη δώσουν σ’ ένα μοναστήρι για να μη τη βλέπει κανείς. «Συμφωνείς Διάνα πουλάκι μου;» την είχε ρωτήσει η μητέρα της πριν την κλείσει μέσα κι αλλάξει το κοσμικό της όνομά. «Τι πουλάκι μου δηλαδή που κι ένα ολόκληρο σμήνος πτερόσαυρων ζυγίζει λιγότερο από εσένα. Μίλα επιτέλους, συμφωνείς;»

Η Βαρσανουφία δε μιλούσε, δεν ήξερε τι να πει, και στη θάλασσα να της έλεγαν ότι θα την πετούσαν γιατί δεν ξέρουν τι να την κάνουν δε θα έλεγε κάτι. Δεν ήξερε κι η ίδια τι να κάνει με τον τεράστιο εαυτό της. «Αχ θα με σκάσει αυτό το παιδί. Τόφαλος στο σώμα, τόφαλος και στο μυαλό! Λοιπόν άκου να δεις, η θεία Αρλέττα έφτιαξε μια μικρή λίστα μοναστηριών που θα μπορούσαν να σε δεχτούν αν είναι αρκετά ευσπλαχνικά. Εννοείται θα πρέπει να κάνουμε μια γενναία δωρεά, αλλά το θέμα θα τακτοποιηθεί γρήγορα έτσι. Εκεί θα είσαι μια χαρά. Ανθρώπου μάτι δε θα σε βλέπει. Αυτό δε θέλεις; Αυτό δε θέλουμε όλοι;»

Η Βαρσανουφία ένευσε νωχελικά. «Κι όσο για το φαϊ μην ανησυχείς, το πολύ πολύ αν πεινάς να φας καμία ηγουμένη, καμιά καλόγρια, κανά προμηθευτή.» Το αστείο ήταν φοβερό. Η μαμά είχε σκάσει στα γέλια μαζί με τη θεία Αρλέττα. Η θεία Αρλέττα ήταν μια πόρνη ολκής. Δεν ξέρει γιατί το σκέφτηκε και το ξεστόμισε εκείνη ακριβώς τη στιγμή. «Είσαι πόρνη θεία Αρλέττα, στο σχολείο όλοι αυτό έλεγαν. Πως μόνο με τα κάγκελα του δημοτικού κήπου δεν το έχεις κάνει ακόμη.»

image: photo of an asylum patient, details added by me




συνεχίζεται

Μια νύχτα για κροκόδειλους (a)

  movie: Crawl Τη νύχτα που η πόλη πλημμύρισε, πολλοί βγήκαν στα μπαλκόνια τους για να χαζέψουν το θέαμα. Το νερό εισέβαλε ορμητικό στα σπ...