Jun 25, 2020

Οι μύξες 1



Julia Soboleva








Ο συνεσταλμένος Ρόθι  δούλευε σε γραφείο τελετών. Ψηλός, γεροδεμένος, με ξυρισμένα  τα μαλλιά πάνω από τα αυτιά του. Τον ταλαιπωρούσαν συχνές ιώσεις που τις κολλούσε τη μία μετά την άλλη. Κουβαλούσε πάντα δυο ή τρία πακέτα χαρτομάντηλα στις τσέπες του. «Μην ανησυχείς» τον καθησύχαζε η Χάνα όταν σκούπιζε τη μύτη του με ένοχο ύφος. «Τι φοβάσαι; Ότι θα κολλήσεις τους πεθαμένους;». Ο Ρόθι χαμογελούσε δειλά και μόλις η Χάνα έφευγε άφηνε τη μύτη του να στάξει πάνω στα διακοσμητικά κρέπια των φερέτρων. Ένα σημείο όπου ήξερε ότι ποτέ κανείς δε θα έβλεπε τις μύξες του ήταν εκεί όπου ακουμπούσε το κεφάλι και η πλάτη του νεκρού. Περιμετρικά στο επάνω μέρος του φερέτρου. Ποιος θα ανασήκωνε τον πεθαμένο μέσα από το φέρετρο και για ποιο λόγο; Η μύτη του θλιβόταν  περισσότερο με αυτή τη σκέψη κι έτρεχε νερό. Δεν προλάβαινε ούτε τα χαρτομάντηλα να βγάλει από την τσέπη αλλά και όταν τα έβγαζε το φθηνό χαρτί τους ήταν πολύ λίγο για να συγκρατήσει τη ροή ενός καταρράκτη.

Η Χάνα ήταν η ιδιοκτήτρια της επιχείρησης. Το γραφείο της ήταν το μεγαλύτερο στο είδος και το μόττο «Είμαστε εδώ για εσάς» παρόλο που έμοιαζε με διαφήμιση σουπερ μάρκετ, καθησύχαζε όσους είχε χτυπήσει η μοίρα με το θάνατο ενός δικό τους ανθρώπου. Ο Ρόθι είχε τη στόφα του υπαλλήλου που προτιμούσε η Χάνα.  Γρήγορος, ακριβής, δεν έκανε αχρείαστες ερωτήσεις, έμπειρος, και μαζεμένος. Κυρίως το τελευταίο ήταν κάτι που ευχαριστούσε τους πελάτες οι οποίοι εκτιμούσαν την ευγένεια και την κατανόηση του πόνου τους. Ο Ρόθι περπατούσε στις μύτες των ποδιών του για να μην ενοχλεί και δε μιλούσε σχεδόν ποτέ, παρά μόνο όταν ήταν να συνεννοηθεί ως προς τις απαραίτητες διαδικασίες μιας τελετής. Ακόμη κι αυτό το έκανε κοιτώντας πάντα χαμηλά και συστρέφοντας αδιάκοπα τα δάχτυλά του. Τόσο ντροπαλός ήταν ο Ρόθι. «Ένα αρνί του Θεού» έλεγε  η Χάνα αλλά και οι υπόλοιποι υπάλληλοι.  Ανάμεσα στα καθήκοντά του ήταν  να τακτοποιεί το νεκρό μέσα στο φέρετρο και να τον σκεπάζει με τα λουλούδια που είχε διαλέξει η οικογένεια. Τα κρίνα και οι μαργαρίτες ερέθιζαν πιο πολύ το μόνιμο συνάχι του και όταν κάποιος αποφάσιζε πως με αυτά τα λουλούδια θα στόλιζαν το αγαπημένο πρόσωπο ο Ρόθι ίδρωνε και πάθαινε μικρές κρίσεις πανικού νομίζοντας ότι δεν μπορεί να αναπνεύσει. Ωστόσο, κατόρθωνε να φέρει τη δουλειά εις πέρας, φυσώντας, κολλώντας και κρύβοντας όλες τις ρινικές εκκρίσεις του στο γνωστό σημείο.

Όταν ο αδερφός της Χάνα που ζούσε στη Νέα Υόρκη, έχασε τον άντρα του ξαφνικά από ένα κομμάτι μήλου που σφήνωσε στο λαιμό του, ήρθε στο Βερμόντ για να κανονίσει τα της κηδείας με το γραφείο της αδερφής του. Ο αδερφός σου είναι μαύρος, είπε σιγανά ο Ρόθι μέσα στην δωμάτιο συσκέψεων. Δυο υπάλληλοι μειδίασαν ειρωνικά. Είμαστε και οι δύο υιοθετημένοι Ρόθι, αλλά είναι ο καλύτερος αδερφός που θα μπορούσα να είχα. Ναι βέβαια, ξαναμουρμούρισε ο Ρόθι, ρουφώντας παρατεταμένα τη μύτη του. Και είναι παντρεμένος με άντρα ε; Αυτή τη φορά η Χάνα χτύπησε το πίσω μέρος του στυλό της πάνω στο γραφείο. Υπάρχει κάποιο πρόβλημα Ρόθι; Ο Ρόθι πήρε μια βαθιά ανάσα αλλά η μύτη του μπούκωσε περισσότερο έτσι. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και προσπάθησε όσο μπορούσε να μην τρέξουν οι μύξες πάνω στο γραφείο. Έβγαλε βιαστικά ένα μάτσο στραπατσαρισμένα χαρτομάντηλα από την τσέπη του και τάπωσε τα ρουθούνια του. Ί-ου έκανε με αηδία από την άλλη άκρη του τραπεζιού η Ντόρις η μακιγιέζ. Η Μέγκ με το ψηλό κούτελο που ξεναγούσε τους πελάτες στις αίθουσες με τα φέρετρα βοηθώντας τους να αποφασίσουν ανάμεσα στο ακριβό και ακριβότερο γέλασε λίγο πιο δυνατά από το αναμενόμενο. Η Χάνα ξαναχτύπησε το στυλό δυνατά πάνω στο χείλος του ποτηριού της σα να ήθελε να κάνει μια πρόποση. Κορίτσια, παρακαλώ!

Ο Ρόθι έβαλε βιαστικά το μάτσο με τα χαρτομάντηλα ξανά στην τσέπη του. Αισθανόταν αναστατωμένος.


Jun 14, 2020

Πως σε λένε είπαμε;

Ta Thimkaeo


Η έρμη καπνικαρέα ήμουν εγώ. Οι πωλήτριες της στοάς πίστευαν πως ήταν ικανές να με πικάρουν κολλώντας μου χωριάτικα παρατσούκλια. Ποιο τεμπελόσκυλο από αυτές τις δήθεν κουλτουριάρες που κάθε μέρα αγόραζαν τον καφέ τους σε πλαστικό ποτήρι μέσα στο πανάθλιο καφενείο της στοάς θα μπορούσε να έχει ως μόνιμο σπίτι σουίτα ξενοδοχείου; Ποια μπασκλασαρία μπορούσε να πιάσει εμένα, μια Λουκία Δρόσου, βυζαντινού γένους, στο στόμα της; Καρακάξες που λυσσούσαν με μια ρουτίνα άπιαστο όνειρο για αυτές. Αφού έπινα τον πρωινό καφέ μου και μασούσα αργά αργά τα ωραία μου κρουασάν στην ταράτσα του Σεντ Ζορζ, φορούσα την μπλε μαρινιέρα μου, τη λευκή αεράτη ζυπ κυλότ μου, τα όξφορντ σουζ μου και ένα καταπληκτικό κραγιόν μαιάμι πλαμ και στηνόμουν στο σποτ μου στη μεγάλη στοά του δημαρχείου. Καθισμένη στην πτυσσόμενη καρεκλίτσα μου, ευχαριστιόμουν να παρατηρώ τον κόσμο. Ναι, βρέξει χιονίσει όπως έλεγαν οι τριτοκλασάτες. Είμαι και πάντα ήμουν μια καλλιτέχνης, ο κόσμος με τρέφει. Η βλακεία του κι η ομορφιά του. Κρατούσα τις σημειώσεις μου ή σκιτσάριζα τα προσχέδια μου και όταν άρχιζα να βαριέμαι γυρνούσα στο ξενοδοχείο για να ζωγράφισω ή να γράψω. 


Λεφτά είχα να φάνε κι οι κότες. Κανένα καθημερινό πρόβλημα δε χαλούσε τη ζαχαρένια μου. Δε μου άρεσε όμως ότι διέδιδαν πως μιλώ μόνη μου. Αυτά ήταν ψέματα. Τρελή δεν είμαι. Κάποιοι περαστικοί σταματούσαν μπροστά μου και με ρωτούσαν απροκάλυπτα και προσβλητικά πόσο χρονών είμαι, χασκογελώντας μεταξύ τους. Ή με ρωτούσαν τι κάνω εκεί, τι ζωγραφίζω, γιατί έχω το καπέλο μου κάτω, πόσα λεφτά έχω μαζέψει, με φώναζαν θειά, γιαγιά, βλαμμένη. Ε κι εγώ τότε τους απαντούσα φωνάζοντας διάφορες βρισιές που μου κατέβαιναν εκείνη την ώρα στο κεφάλι. Έχω φοβερή ευρηματικότητα και δεν ανέχομαι να με προσβάλλει κανείς από τους βοσκούς της Αθήνας. Συνήθως έφευγαν τρέχοντας ή έμεναν με το στόμα ανοιχτό ακούγοντας την ποικιλία του υβρεολογίου μου. Αυτό με έκανε να αισθάνομαι υπερήφανη. Κανείς δεν μπορούσε να με πειράξει, είχα απαντήσεις όλα. Και τι έγινε δηλαδή που ήμουν 75 χρονών; Ξέρετε πολλές 75αρες να φορούν μαρινιέρες και ζυπ κυλότ και να σκιτσάρουν άφοβα και δίχως συμπλέγματα περαστικούς της Αθήνας; Ήμουν και θα είμαι πάντα μοντέρνα. Η νύφη μου μου έλεγε ότι τα έχω χαμένα, ότι δεν ξέρω να σκιτσάρω, ούτε το μολύβι να πιάνω καλά καλά, ότι δεν μένουμε στην Αθήνα και επέμενε να με ρωταέι που έμαθα τι είναι η μαρινιέρα και τα οξφορντ σουζ. Μητέρα φοράς παντόφλες μου έλεγε η παλιάνθρωπος, που τα είδες τα όξφορντ σουζ; Μητέρα στην τηλεόραση τα άκουσες αυτά; Μητέρα σε παρακαλώ, σταμάτα να βρίζεις. 

Μα τι ξέρει τέλος πάντων αυτό το άχρωμο, ανέραστο, ανόητο πλάσμα; Εγώ μένω όπου θέλω και κάνω ο,τι θέλω. Ας μείνει αυτή στο δυάρι της μαζί με τον άχρηστο γιο μου κι ας κάνουν τη ζωή τους. Εγώ τι της φταίω και με ταλαιπωρεί κάθε μέρα κυνηγώντας με και φωνάζοντας ότι φορώ πυτζάμες μες στο δρόμο και ότι έχω τρελλαθεί;

Μα τι εννοείς κι εσύ τώρα ότι δεν έχω νύφη; Πως σε λένε είπαμε;

To παραπάνω γράφτηκε με αφορμή την παρακίνηση της φίλης Ιφιγένειας Σιαφάκα.

Οι μύξες 2

Ο Ρόθι έβαλε βιαστικά το μάτσο ξανά στην τσέπη του. Αισθανόταν αναστατωμένος. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει το λόγο και αυτό επέτε...