Jun 14, 2020

Πως σε λένε είπαμε;

Ta Thimkaeo


Η έρμη καπνικαρέα ήμουν εγώ. Οι πωλήτριες της στοάς πίστευαν πως ήταν ικανές να με πικάρουν κολλώντας μου χωριάτικα παρατσούκλια. Ποιο τεμπελόσκυλο από αυτές τις δήθεν κουλτουριάρες που κάθε μέρα αγόραζαν τον καφέ τους σε πλαστικό ποτήρι μέσα στο πανάθλιο καφενείο της στοάς θα μπορούσε να έχει ως μόνιμο σπίτι σουίτα ξενοδοχείου; Ποια μπασκλασαρία μπορούσε να πιάσει εμένα, μια Λουκία Δρόσου, βυζαντινού γένους, στο στόμα της; Καρακάξες που λυσσούσαν με μια ρουτίνα άπιαστο όνειρο για αυτές. Αφού έπινα τον πρωινό καφέ μου και μασούσα αργά αργά τα ωραία μου κρουασάν στην ταράτσα του Σεντ Ζορζ, φορούσα την μπλε μαρινιέρα μου, τη λευκή αεράτη ζυπ κυλότ μου, τα όξφορντ σουζ μου και ένα καταπληκτικό κραγιόν μαιάμι πλαμ και στηνόμουν στο σποτ μου στη μεγάλη στοά του δημαρχείου. Καθισμένη στην πτυσσόμενη καρεκλίτσα μου, ευχαριστιόμουν να παρατηρώ τον κόσμο. Ναι, βρέξει χιονίσει όπως έλεγαν οι τριτοκλασάτες. Είμαι και πάντα ήμουν μια καλλιτέχνης, ο κόσμος με τρέφει. Η βλακεία του κι η ομορφιά του. Κρατούσα τις σημειώσεις μου ή σκιτσάριζα τα προσχέδια μου και όταν άρχιζα να βαριέμαι γυρνούσα στο ξενοδοχείο για να ζωγράφισω ή να γράψω. 


Λεφτά είχα να φάνε κι οι κότες. Κανένα καθημερινό πρόβλημα δε χαλούσε τη ζαχαρένια μου. Δε μου άρεσε όμως ότι διέδιδαν πως μιλώ μόνη μου. Αυτά ήταν ψέματα. Τρελή δεν είμαι. Κάποιοι περαστικοί σταματούσαν μπροστά μου και με ρωτούσαν απροκάλυπτα και προσβλητικά πόσο χρονών είμαι, χασκογελώντας μεταξύ τους. Ή με ρωτούσαν τι κάνω εκεί, τι ζωγραφίζω, γιατί έχω το καπέλο μου κάτω, πόσα λεφτά έχω μαζέψει, με φώναζαν θειά, γιαγιά, βλαμμένη. Ε κι εγώ τότε τους απαντούσα φωνάζοντας διάφορες βρισιές που μου κατέβαιναν εκείνη την ώρα στο κεφάλι. Έχω φοβερή ευρηματικότητα και δεν ανέχομαι να με προσβάλλει κανείς από τους βοσκούς της Αθήνας. Συνήθως έφευγαν τρέχοντας ή έμεναν με το στόμα ανοιχτό ακούγοντας την ποικιλία του υβρεολογίου μου. Αυτό με έκανε να αισθάνομαι υπερήφανη. Κανείς δεν μπορούσε να με πειράξει, είχα απαντήσεις όλα. Και τι έγινε δηλαδή που ήμουν 75 χρονών; Ξέρετε πολλές 75αρες να φορούν μαρινιέρες και ζυπ κυλότ και να σκιτσάρουν άφοβα και δίχως συμπλέγματα περαστικούς της Αθήνας; Ήμουν και θα είμαι πάντα μοντέρνα. Η νύφη μου μου έλεγε ότι τα έχω χαμένα, ότι δεν ξέρω να σκιτσάρω, ούτε το μολύβι να πιάνω καλά καλά, ότι δεν μένουμε στην Αθήνα και επέμενε να με ρωταέι που έμαθα τι είναι η μαρινιέρα και τα οξφορντ σουζ. Μητέρα φοράς παντόφλες μου έλεγε η παλιάνθρωπος, που τα είδες τα όξφορντ σουζ; Μητέρα στην τηλεόραση τα άκουσες αυτά; Μητέρα σε παρακαλώ, σταμάτα να βρίζεις. 

Μα τι ξέρει τέλος πάντων αυτό το άχρωμο, ανέραστο, ανόητο πλάσμα; Εγώ μένω όπου θέλω και κάνω ο,τι θέλω. Ας μείνει αυτή στο δυάρι της μαζί με τον άχρηστο γιο μου κι ας κάνουν τη ζωή τους. Εγώ τι της φταίω και με ταλαιπωρεί κάθε μέρα κυνηγώντας με και φωνάζοντας ότι φορώ πυτζάμες μες στο δρόμο και ότι έχω τρελλαθεί;

Μα τι εννοείς κι εσύ τώρα ότι δεν έχω νύφη; Πως σε λένε είπαμε;

To παραπάνω γράφτηκε με αφορμή την παρακίνηση της φίλης Ιφιγένειας Σιαφάκα.

No comments:

Οι μύξες 2

Ο Ρόθι έβαλε βιαστικά το μάτσο ξανά στην τσέπη του. Αισθανόταν αναστατωμένος. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει το λόγο και αυτό επέτε...