Jun 21, 2024

Οι αγριόπαπιες

 Πολλά βράδια δεν είχε ύπνο.

Ξυπνούσε στη μέση της νύχτας και δυσκολεύονταν να ξανακοιμηθεί. Σηκώνονταν για να πιει λίγο γάλα ή να βγει στη βεράντα τυλιγμένη στην κουβέρτα της. Ένα από αυτά τα βράδια την είδε. Η Ουλρίκε, η Γερμανίδα γειτόνισσα, που έμενε στο απέναντι σπίτι με τον άντρα της. Η Ουλρίκε δούλευε σε μια τράπεζα για χρόνια, ήταν λιγομίλητη και απόμακρη και κάθε πρωί πήγαινε στη δουλειά της με ένα παλιό μαύρο ποδήλατο. Ψηλόλιγνη, με καστανά μαλλιά, πάντα πιασμένα σε κότσο, απροσδιόριστης ηλικίας. Κάθε Πέμπτη παραλάμβανε από το ταχυδρομείο πακέτα με βιβλία τα οποία άνοιγε γονατιστή στο κατώφλι της πόρτας της. Είχε έναν μικρό κήπο με μισομαραμένα λουλούδια που ξεχνούσε να ποτίσει. Συνήθως την χαιρετούσε με ένα μικρό νεύμα κάθε φορά που την έβλεπε.  Αυτά ήταν όλα όσα γνώριζε για εκείνη.

Εκείνο το βράδυ η ζέστη την ταλαιπωρούσε, και αφού στριφογύρισε στο κρεβάτι για λίγα λεπτά δίχως αποτέλεσμα αποφάσισε  να βρει λίγο αέρα στο μπαλκόνι της κουζίνας. Καθόταν εκεί για λίγα λεπτά όταν αντιλήφθηκε τη φιγούρα της Ουλρίκε να στέκεται ακίνητη πάνω στη σκεπή του σπιτιού της σαν αλλόκοτο πτηνό. Το δεξί της πόδι ήταν τεντωμένο ελαφρά προς τα πίσω ενδεικτικό ανυπομονησίας ή διλήμματος. Η νύχτα ήταν τόσο καθαρή και σιωπηλή που μπορούσε να δει ως και τον χαλαρό κότσο της να φαντάζει απόκοσμος πάνω στο ασάλευτο κεφάλι. Η φιγούρα της, από το λαιμό εώς τα πόδια, εφάρμοζε τέλεια μέσα στο οπίσθιο πλαίσιο των καλωδίων της εταιρείας του ηλεκτρικού ρεύματος. Το κεφάλι περίσσευε πάνω από αυτά σα γιγαντιαία τελεία πάνω σε γραμμές τετραδίου ή σα νότα τεσσάρων τετάρτων. Ήξερε πως η Ουλρίκε είχε αντιληφθεί την παρουσία της. Διαισθανόταν τα μάτια της να την κοιτάζουν το ίδιο περίεργα όπως την κοίταζε εκείνη μέσα στο σκοτάδι. Ίσως να ήταν ιδέα της. Η Ουλρίκε δεν έδειχνε να κινείται ούτε εκατοστό από την αρχική της στάση. Κάποιο πουλί έκρωξε δυνατά κι ένα άλλο ακουλούθησε μετά από λίγο. Προσπαθούσαν να  μεταφέρουν κάποιο μήνυμα στη Ουλρίκε; Η Ουλρίκε δεν ήταν πουλί αλλά η στενή φούστα που φορούσε λίγο κάτω από το γόνατο, έμοιαζε με τους κλειστούς πτέρυγες ενός τεράστιου εντόμου. Τι περίεργο σκέφτηκε. Ήταν έτοιμη άραγε να βγει έξω μέσα στη νύχτα και κάτι την έκανε να το μετανοιώσει ωθώντας την να σκαρφαλώσει στη σκεπή; Για ποιο λόγο ένας άνθρωπος αποφασίζει να ανέβει στη στέγη του σπιτιού του μέσα στα μεσάνυχτα και να σταθεί εκεί σαν άγαλμα; Το σπίτι της Ουλρίκε δεν είχε άλλη δίοδο προς την σκεπή εκτός από μια πλαϊνή σιδερένια σκάλα που είχε πλάτος όσο ένα γυναικείο πέλμα. Η Ουλρίκε έπρεπε στην κυριολεξία να αναρριχηθεί για να φτάσει εκεί. Σε μια παράτολμη κίνηση σήκωσε το χέρι της σε ένα διστακτικό χαιρέτισμα και φώναξε το όνομά της. “Ουλρίκε!”Το όνομά αντήχησε αφύσικο στη σιωπή. Η Ουλρίκε ξαφνιασμένη ανασήκωσε το κεφάλι της και κατέβηκε τρέχοντας από τη στέγη. Ένα δυνατό φουρφούρισμα αντήχησε εκκωφαντικά πάνω από την πόλη καθώς οι αγριόπαπιες απογειώθηκαν σε σμήνη στον ουρανό. 


No comments:

Η ομίχλη στη νήσο Αλθαία (1)

22 Ιανουαρίου Η βαριά ομίχλη συνεχίζεται στο μεγαλύτερο μέρος της Κεντρικής Αλθαίας. Η ορατότητα μπορεί να είναι έως 300 γιάρδες. Είναι άγνω...