Feb 3, 2018
Jan 28, 2018
Ο καύσωνας
«Θε μου τι ζέστη», έλεγε κάθε λίγο και λιγάκι, διώχνοντας με το χέρι της κάποιο ζουζούνι που προσγειωνόταν στο μπράτσο ή στο φουστάνι της. Η Έμμα ήταν σύζυγος βουλευτή, μεγαλωμένη με το χρυσό κουτάλι στο στόμα. Εκπληκτικής ομορφιάς, με επιδερμίδα αλαβάστρινη, μακριές βλεφαρίδες και όλη τη συλλογή του Hermes από φουλάρια να κοσμούν την κρεβατοκαμάρά της πεταμένα σε διάφορες μεριές.
Jan 1, 2018
Aug 5, 2017
Jul 19, 2017
Jun 28, 2017
May 8, 2017
Νεγί
Ο Νέγι ήταν 90 ετών. Τα μαλλιά του ήταν κατάμαυρα
αλλά το ένα μάτι του είχε φύγει και κοιτούσε μονίμως προς το ταβάνι. Ήταν
γνωστός για την αξιοθαύμαστη μνήμη του, η οποία με χρονική ακρίβεια δυο
εβδομάδων τον εγκατέλειπε για λίγες ημέρες. Kατά τη διάρκεια αυτών των ημερών ο Νεγί κοιτούσε με πραγματική κακία κάθε άνθρωπο που βρισκόταν κοντά του,
μουρμουρίζοντας αισχρές βρισιές και χτυπώντας τα δάχτυλά του επίμονα και δυνατά
σε όποια επιφάνεια έβρισκε εύκαιρη. «Χαχα» έκανε δυνατά. Και μετά από λίγο
ξαναγελούσε λέγοντας να του φέρουν το πιάνο. «Ποιο πιάνο;» ρωτούσε η νοσοκόμα.
«Το πιάνο ηλίθια, το πιάνο!» Με μια απότομη κίνηση
ορμούσε στο τραπέζι μπροστά του, κάνοντας μια θεαματική βουτιά. Τα δάχτυλά του
άρχιζαν να κινούνται σα μανιασμένα , πάιζοντας φανταστικές σπουδές και
κονσέρτα. Κάθε τόσο σταματούσε για να φτύσει τη νοσοκόμα που περίμενε
υπομονετικά να τελειώσει το ξέσπασμά του και μετά συνέχιζε με το ένα μάτι του
να είναι αιωνίως κολλημένο στο ταβάνι, ενώ το άλλο παρακολουθούσε με προσήλωση
το πιάνο.
«Ο γέρος στο δωμάτιο 112 είναι τρομακτικός. Και σιχαμένος.
Φτύνει συνεχώς, όποιον και όπου βρει!». Όλες οι νοσηλεύτριες ζητούσαν να μην
ξαναπατήσουν στο δωμάτιό του. Ένα από τα πολλά παιδιά του έρχονταν τότε και
έμενε μέχρι να περάσει η κρίση ή μέχρι να ξαναβρεθεί καινούρια νοσοκόμα. Ο Νέγι
είχε εφτά παιδιά, όσα και οι νότες όπως έλεγε γελώντας δυνατά. Εφτά παιδιά ήταν ιδιαιτέρως εξυπηρετικός
αριθμός για έναν άνθρωπο στην κατάστασή του γιατί ποτέ δεν έμενε μόνος δίχως
περιποίηση. Κάθε ημέρα της εβδομάδας και άλλο παιδί. Εφτά νότες, εφτά ημέρες.
Ο θυρεοειδής αδένας του υπερλειτουργούσε
προξενώντας του προβλήματα με τα μάτια από τότε που ήταν νέος. Δεν είχε δώσει
ποτέ σημασία. «Δε θα ζήσεις πολύ έτσι» του έλεγαν οι γιατροί όταν θυμόταν να
τους επισκεφθεί μετά από πιέσεις της οικογένειάς του. Φυσικά τους είχε
διαψεύσει .
«Το μυστικό μου είναι το πιάνο» έλεγε αναπολώντας
τις συναυλίες του, «αυτό με αναζωογονούσε πάντα, αυτό με κράτησε όπως είμαι
τώρα και αυτό θα με κρατήσει για άλλα τόσα χρόνια»
Όταν τα εξηντάχρονα και πενηντάχρονα παιδιά του
του υπενθύμιζαν συνεσταλμένα και φοβισμένα ότι «μα πατέρα ποτέ δεν παίζατε
πιάνο, ούτε καν έχουμε πιάνο» τα
χτυπούσε. Με όλη τη δύναμη των γερασμένων μπράτσων του.
Θυμόταν όλα τα ονοματα τους, θυμόταν ποιος είναι,
θυμόταν πως να βγει έξω από το σπίτι του και να επιστρέψει με ασφάλεια πίσω σε
αυτό, θυμόταν όλες τις διαδρομές προς τα καταστήματα στα οποία ψώνιζε και όταν
έβλεπε κάποιο γνωστό του στο δρόμο, μπορούσε να ανακαλέσει λεπτομέρειες από τη
ζωή του, τις οποίες δε θυμόταν καν ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος. Οι γιατροί δεν
είχαν ξαναδεί τέτοιο είδος άνοιας που να κρατάει λίγες ημέρες και να μετατρέπει
τον άρρωστο σε πιανίστα.
«Οι γιατροί δεν ξέρουν που τους πάνε τα τέσσερα»
μούγκριζε όταν ζητούσε να τους φέρουν τις παρτιτούρες μέσα από τα συρτάρια του
γραφείου του. Κάθε τόσο έστελνε τα παιδιά του στα καταστήματα μουσικών ειδών
για να τον εφοδιάσουν με νέες παρτιτούρες. «Συνηθίζω να μαθαίνω τέλεια ένα
κομμάτι πριν πάω στο επόμενο. Οι τσαπατσουλιές δε μου αρέσουν.» Έσπαγε τις αρθρώσεις
των δαχτύλων του πάνω από τα φανταστικά πλήκτρα, εξέταζε για δυο τρία λεπτά τις
καινούριες νότες στο χαρτί και ένευε ελαφρά, μειδιώντας αυτάρεσκα: «Παιχνιδάκι.
Αφήστε με μόνο σας παρακαλώ. Θέλω να μελετήσω.» Όταν το δωμάτιο άδειαζε,
χάιδευε το πιάνο που δεν υπήρχε, χτυπούσε μερικά πλήκτρα με ξαφνικές
χαριτωμένες κινήσεις, σα να έκανε κάποια
σκανδαλιά και αφουγκραζόταν για λίγο τον ήχο.
Αυτό το πιάνο γνωρίζει τα πάντα για μένα,
σκεφτόταν. Τα πιάνα είναι κάτι παραπάνω από πιστοί υπηρέτες του αφέντη τους.
Είναι φίλοι από αυτούς που δε βρίσκονται εύκολα. Ακούνε και καταλαβαίνουν τα
πάντα. Αρκεί να τα αγγίξεις, έστω και ελάχιστα. Να, έτσι! Ντο, μι, σολ, σολ,
σολ! Φα, ρε, λα, λα, λα! Τα δάχτυλά του βυθίζονταν με απελπισία στα λευκά
πλήκτρα λες και ήθελαν να μπουν μέσα στο πιάνο και να γραπωθούν από τα μαρτώ.
Αχ, ανάσαινε βαθιά, καθώς η θλίψη των διαίσεων αναστάτωνε τα μύχια της ψυχής
του. Teatro grande, τον έλεγε η γυναίκα του η οποία τον
θεωρούσε υπερβολικό και ασταθή χαρακτήρα. Τον είχε παρατήσει πριν σαράντα
χρόνια για έναν Εβραίο φλαουτίστα της κρατικής ορχήστρας. «Ο Μαζάου είναι
μεγάλο ταλέντο» του είχε πετάξει καθώς ετοίμαζε τα πράγματά της «με συγκινεί
όσο δεν μπόρεσες ποτέ σου να με συγκινήσεις». «Ένας απλός δημόσιος υπάλληλος»
της είχε ανταπαντήσει περιφρονητικά. «Ε, και; Δημόσιος υπάλληλος με ταλέντο.
Εσύ ούτε μια νότα στο πιάνο του σπιτιού μου δεν καταδέχθηκες να πατήσεις. Ούτε
μια φορά.»
Image: detail from the poster of the movie ''The Piano''
Apr 22, 2017
Μπεε, Θεοτοκά
Ο Θεοτοκάς ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος. Mεγαλωμένος από την
αυταρχική γιαγιά του, η οποία είχε αναλάβει την προστασία του από τότε που και
οι δύο γονείς του κάηκαν στη μεγαλύτερη πυρκαγιά που είχε δει ποτέ η Κορθία.
Κορθία ήταν και το όνομα της γιαγιάς. Η γιαγιά κατέστρεψε τον Θεοτοκά. Αυτό ήταν ένα κοινό
μυστικό.
Feb 21, 2017
Η μαύρη καπελιέρα 2
Η έκπληξή μου ήταν τόσο μεγάλη ώστε περιορίστηκα σε ένα απλό κούνημα του κεφαλιού.
«Τι μου λέτε» ψέλλισα. «Λυπάμαι πολύ, τα συλλυπητήρια μου για τα πεθερικά σας»
Ανασήκωσε τους ώμους του.
«Πάει σχεδόν ένας χρόνος. Και ποτέ μου δε τους συμπάθησα. Μεγαλοαστοί. Υπερήφανοι για τη θολή κατάγωγή τους, δηκτικοί με όλους και σφιχτοί με τα χρήματα. Ειδικά η κυρία. Δεν ήθελαν καν να παντρευτώ την κόρη τους. Υποφέραμε στην αρχή με τα καμώματά τους. Η γυναίκα μου κόντεψε να τρελλαθεί. Πολύ σκληροί άνθρωποι.»
«Η κυρία; Αποκαλέσατε την πεθερά σας κυρία.»
«Έτσι την αποκαλούσα πάντα. Κυρία Αργώ. Αυτό ήταν το μικρό της όνομα, ολοι νομίζουν ότι ήταν ψευδώνυμο ή κάποιο παρατσούκλι. Άλλη μια ιδιοτροπία της οικογένειας. Τα σπάνια ονόματα. Πως να μπορέσει η κυρία Αργώ να δεχθεί το γεγονός ότι ο γαμπρός της λέγονταν Παύλος και κυρίως ότι είχε ταπεινή καταγωγή;»
Χαμογέλασε.
«Ξέρετε τι μου έλεγε;»
«Τι σας έλεγε;»
«Παύλε, αν και το ονομά σου το είχαν βασιλιάδες, μη νομίζεις ότι είναι τίποτα το ξεχωριστό. Παύλο λένε και τον μπακάλη μου, όλοι Παύλοι πια!»
«Η γυναίκα σας δείχνει πολύ ευαίσθητος άνθρωπος» τόλμησα να πω
«Είναι ευαίσθητη. Αλλά είναι και τύραννος. Δεν καταλαβαίνει κανέναν άλλον πέρα από τον εαυτό της ξέρετε. Όπως όλα τα κορίτσια αυτών των οικογενειών.»
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η Μαύρη Καπελιέρα φάνηκε να έρχεται περπατώντας. Το σπίτι τους πρέπει να ήταν κάπου εκεί κοντά. Φορούσε το συνηθισμένο της φουστάνι με τη σούρα στη μέση και την κόκκινη κορδέλα. Το πλατύγυρο καπέλο έκρυβε όλο το πρόσωπό της καθώς προχωρούσε με το κεφάλι σκυφτό. Παρατήρησα ότι φορούσε ψηλά παπούτσια, μαύρες γόβες με στρογγυλές μύτες. Κρατούσε μια μαύρη τσάντα. Υπήρχε μια λεπτομέρεια στην τσάντα της που με έκανε να σκιρτήσω. Μια κόκκινη ρίγα γύρω γύρω στο κάτω μέρος που ταίριαζε τέλεια με την κόκκινη ζώνη. Σημείο κοκκεταρίας σκέφτηκα. Ήταν αταίριαστο με το βαρύ πένθος που υπαινισσόταν ο άντρας της. Μπήκε μέσα στο εστιατόριο περπατώντας σα να ήταν υπνωτισμένη και δίχως να μιλήσει κατευθύνθηκε προς το τραπέζι όπου καθόταν πάντα. Καθώς πέρασε από δίπλα μας μύρισα άρωμα πικρής βανίλλιας. Ένας από τους σερβιτόρους της έφερε αμέσως τη συνηθισμένη παραγγελία της. Πορτοκαλάδα και τη σούπα ημέρας. Τον έδιωξε με ένα νεύμα και τακτοποίησε μόνη της τα σκεύη πάνω στο τραπέζι. Παρατήρησα ότι αυτό της πήρε πολλή ώρα. Άλλαξε αρκετές φορές τη διάταξη των κουταλοπήρουνων, του ποτηριού, του πιάτου. Οι κινήσεις της ήταν απότομες, τραβούσε το πιάτο με τρόπο ώστε να κάνει θόρυβο. Δεν κατάλαβε ότι την κοιτούσα ή δεν ήθελε να δείξει ότι το είχε καταλάβει. Φοβήθηκα ότι ο συζυγός της μπορεί να παρεξηγούσε το ενδιαφέρον μου. Αποφάσισα να σηκωθώ.
«Κύριε Δανιήλ, όπως πάντα θα ήταν χαρά μας να σας ξαναδούμε. Μη σας απασχολεί η Κλάρα. Θέλω να πω μην αισθάνεστε λύπη ή συμπόνοια. Η Κλάρα ξέρει πάντα να επανέρχεται. Και να ξεγελά».
image: Witold Wojtkiewicz
Feb 13, 2017
Oct 14, 2016
Jul 20, 2016
Λωτρέ και Ζόρζια
Ο Λωτρέ ήταν ένα τέρας. Τέρας με περικεφαλαία. Έτσι τον αποκαλούσε η γυναίκα του, μια ντελικάτη, θρησκόληπτη κόρη καθηγητή θεολογίας. Η ζωή μαζί του είχε αποδειχθεί δύσκολη από την αρχή και η Ζόρζια έφτανε στο σημείο να καταριέται την ώρα και τη στιγμή που τον γνώρισε πριν λίγα χρόνια σε μια διάλεξη του πατέρα της. Όμως ήταν ο άντρας της και θεωρούσε πως όφειλε να μάθει να ανέχεται τις παραξενιές του.
Ο Λωτρέ τη δάγκωνε όταν ξυπνούσε, τη δάγκωνε πριν κοιμηθεί και την έριχνε στο πάτωμα όταν της έκανε έρωτα. «Σε μιε ισι»* φώναζε στη γλώσσα του πατέρα του, ξετρελαμένος και με τη σκληρότητα του σανιδένιου πατώματος και με τις γκριμάτσες πόνου της γυναίκας του. Η Ζόρζια υπέμεινε με ψεύτικη υπομονή, γιατί είχε διδαχθεί πως η υπομονή είναι μεγάλο προσόν, ειδικά σε μια γυναίκα, αλλά δεν μπορούσε να κρύψει εντελώς την απέχθειά της προς τις πράξεις του.
«Είσαι τερατώδης» ψιθύριζε με σοβαρότητα, τονίζοντας μία μία τις λέξεις της, καθώς έπιναν τον απογευματινό καφέ στη μικρή βεράντα της κρεβατοκάμαρας. «Είσαι ένας απαράδεκτος σύζυγος. Συμπεριφέρεσαι εντελώς άξεστα.» Ο Λωτρέ χαμογελούσε συγκαταβατικά προς αυτές τις εκφράσεις αποτροπιασμού και απόρριψης. «Θα με συνηθίσεις Ζόρζια, όπως συνήθισες και την περιουσία μου». Ο Λωτρέ είχε μεγάλη άνεση με τα χρήματα αλλά ο ίδιος ήταν μετρημένος στη διαχείρισή τους, σε αντίθεση με τη Ζόρζια η οποία έδειχνε να ελκύεται από το χρήμα σε παράξενο βαθμό για καρτερική σύζυγός. Η αγαπημένη της σπατάλη ήταν τα κοσμήματα. Αγόραζε ασταμάτητα ακριβά δαχτυλίδια, καρφίτσες και περιδέραια, τα οποία συνήθιζε να επιδεικνύει μπροστά στον καθρέφτη της καθώς η κοινωνική ζωή του ζευγαριού ήταν πολύ περιορισμένη. Ο Λωτρέ ασχολούνταν μόνο με τη δουλειά του και απέρριπτε κάθε προσπάθεια προσέγγισης που γίνονταν από διάφορους γνωστούς, παλιούς φίλους ή συγγενείς. «Δε μου χρειάζονται οι φίλοι. Δε με ενδιαφέρει η φιλία καθόλου.»
Η Ζόρζια, αισθανόταν απομονωμένη. Υπήρχε κάτι στην ατμόσφαιρα του σπιτιού τους που την έκανε πολλές φορές να χάνει την ανάσα της και να κουλουριάζεται στις γωνίες των δωματίων, κρατώντας το λαιμό της, πασχίζοντας να βρει την αναπνοή της ξανά. Το στήθος της πονούσε φριχτά και αισθανόταν πως θα πεθάνει. «Κρίσεις πανικού Ζόρζια. Αυτό παθαίνεις. Ως κακομαθημένη από την οικογένειά σου, αν κάτι δε σου πάει όπως το θέλεις, αδυνατείς να το διαχειριστείς και το σώμα σου ξεσπάει έτσι. Ηρέμησε και πιες λίγο νερό. » Η Ζόρζια του έσπρωχνε το χέρι, εκσφενδόνιζε τα ποτήρια αριστερά και δεξιά και έτρεχε αποτρελαμένη πάνω στα σπασμένα γυαλιά, κόβοντας τις φτέρνες της. Φώναζε την αγαπημένη της -από καιρό μακαρίτισσα- μητέρα που μόνο αυτή την καταλάβαινε, ούρλιαζε και απειλούσε πως θα φύγει από αυτό το τρελόσπιτο και στο τέλος εξουθενωμένη από την ίδια της την ένταση, έβρισκε την ησυχία μόνο μέσα στην τεράστια γκαρνταρόμπα της.
«Λωτρέ, νομίζω πως γίνεσαι πολύ άσχημος όσο περνάει ο καιρός»
«Κι εγώ νομίζω πως έχεις δίκιο. Αισθάνομαι το πρόσωπό μου να μεταμορφώνεται. Να πιάσε εδώ». Ο Λωτρέ τράβηξε απότομα το χέρι της γυναίκας του και το ακούμπησε κάτω από το αριστερό μάτι. Η Ζόρζια αισθάνθηκε ένα μικρό εξόγκωμα εκεί και παρατήρησε πως το δέρμα είχε αλλάξει ελαφρώς το κανονικό του χρώμα σε ένα ανεπαίσθητο μπλαβί.
«Ίσως χτύπησες κάπου και δεν το θυμάσαι» «Νομίζω πως με χτυπάς εσύ όταν κοιμάμαι» γέλασε δυνατά ο Λωτρέ και τράβηξε κοντά του το χέρι της για να το φιλήσει. Η Ζόρζια ούρλιαξε σα να τη μαχαίρωσε κάποιος. «Άκου! Άκου τι λες! Πως μπορεί κάποιος και ξεστομίζει τέτοια πράγματα; Είσαι τέρας! Όπως πάντα!» Πετάχτηκε από το τραπέζι και έτρεξε έξω κλαίγοντας υστερικά. Το κλάμα της ακουγόταν σαν επιθανάτιος ρόγχος ενός ολόκληρου κοπαδιού πουλιών.
Οποιαδήποτε παρατήρησή του μπορούσε να την κάνει να εκραγεί. Οι θυμοί της ήταν σφοδροί και θύμιζαν άνθρωπο που βρίσκεται σε κρίση παραφροσύνης. Ο Λωτρέ δυσκολεύονταν πολύ στο να την ηρεμήσει αν και η ηρεμία της δε φαινόταν να τον απασχολεί ιδιαιτέρως. Κατά βάθος τη θεωρούσε λίγο βαρετό χαρακτήρα με επαναλαμβανόμενες εκρήξεις οι οποίες ακολουθούσαν ένα συγκεκριμένο ανιαρό μοτίβο αλλά παρ’ όλα αυτά είχε μια ομορφιά που τον συγκινούσε. Το πρόσωπό της ήταν γλυκό με μια ευγένεια άλλης εποχής στις χειρονομίες και στον τρόπο έκφρασής της μπροστά σε τρίτους. Έπιανε πολλές φορές τον εαυτό του να την παρακολουθεί σα να είχε μπροστά του την ηρωίδα μιας βωβής ταινίας. Γελούσε με τις κρίσεις θρησκευτικότητάς που την έπιαναν ανά τακτά χρονικά διαστήματα και έκαναν να κλείνεται στο εκκλησάκι του κήπου με τις ώρες, γελούσε και με τον πατέρα της που υποδαύλιζε αυτές τις κρίσεις συζητώντας μαζί της για το νόημα της θρησκευτικότητας στη ζωή ενός ανθρώπου. Ο Λωτρέ τα έβρισκε όλα αυτά ωραία και άνευ ιδιαίτερης σημασίας. «Είστε και οι δύο για τα σίδερα» συνήθιζε να λέει σε κόρη και πατέρα όταν βρίσκονταν μαζί και συζητούσαν για το Θεό, τα μοναστήρια και την ευλάβεια που όφειλε ένας αξιέπαινος άνθρωπος να επιδεικνύει. Ο πεθερός του ήταν ένας άνθρωπος βαρύς και δύσκολος ο οποίος δεν εκφραζόταν εύκολα. Προτιμούσε να συζητά κυρίως με την κόρη του και όχι με το γαμπρό του. Ήταν χήρος και του άρεσε πολύ το φαγητό, πράγμα που φαινόταν στα παχουλά χέρια του και το ολοστρόγγυλο στομάχι του το οποίο έκανε τα ακριβά πουκάμισά του να δυσανασχετούν. Μιλούσε στο Λωτρέ για τα απολύτως αναγκαία, διατηρώντας την ευγένεια που κρατά η απαραίτητη απόσταση και δεν απαντούσε ποτέ στις λεκτικές επιθέσεις του που είχαν ως στόχο τη θρησκευτικότητά του. Τον θεωρούσε ένα βέβηλο πλάσμα, δίχως σεβασμό, κατώτερο σαφώς από την κόρη του, αλλά δυστυχώς έναν πλούσιο βέβηλο για τον οποίο άξιζε να παραβλέπει ελαττώματα που σε κάποιον άλλον θα τον είχαν κάνει έξαλλο.
Όσο περνούσε ο καιρός η παρατηρητικότητα της Ζόρζιας, με στόχο τον άντρα της, οξύνονταν σε σημείο να φτάσει να βλέπει σα νυχτερίδα και την παραμικρή αλλαγή επάνω του. Κάθε φλέβα που ξεπρόβαλλε αχνή πάνω στο δέρμα του, κάθε μικρό τυχαίο εξάνθημα, οι μαύροι κύκλοι που ήταν σκουρότεροι μετά από νύχτες αϋπνίας, η ελάχιστη κοκκινίλα πάνω στη μύτη του ή ένα ελαφρώς ταλαιπωρημένο μάγουλο, αποτελούσαν πηγή μεγάλης ευχαρίστησης για εκείνην, καθώς της επέτρεπαν να του τονίζει διαρκώς το πόσο άσχημος γινόταν όσο περνούσε ο καιρός «Τέρας! Σωστό τέρας!» μουρμούριζε με ικανοποίηση μέσα στο αυτί του την ώρα που εκείνος κοιμόταν, νομίζοντας πως δεν την ακούει ή ελπίζοντας να την ακούει.
«Λωτρέ, είναι αδύνατον!» ούρλιαξε ξαφνιασμένη ένα πρωί αφήνοντας τον καφέ να χυθεί από το φλυτζάνι της. Τινάχτηκε με έναν αλλοπαρμένο τρόπο από την καρέκλα της και τύλιξε το κεφάλι του μέσα στα χέρια της, κουνώντας το δεξιά αριστερά. «Ζόρζια, τρελλάθηκες; Θα με πνίξεις!» Ο Λωτρέ προσπάθησε να ελευθερωθεί από το αγκάλιασμά της. «Λωτρέ!» ξαναούρλιαξε εκείνη μέσα στο αυτί του, «Έχει φυτρώσει ένα ψάρι στην κορυφή του κεφαλιού σου! Να, να! Εδώ, εδώ!» Τα δάχτυλά της ψαχούλεψαν με υστερία μέσα στα μαλλιά του «Εδώ, στο σημείο που βγαίνουν οι φύτρες! Ένα ψάρι! Ψάρι, Λωτρέ!» Στρίγγλιζε με αμείωτη ένταση και το πρόσωπό της είχε μεταμορφωθεί από την ένταση. Ο Λωτρέ ανήμπορος να βγάλει το κεφάλι του από τη μέγγενη των χεριών της αναγκάστηκε να την κλωτσήσει στο καλάμι για να μπορέσει να σηκωθεί. «Όσο πας το χάνεις το μυαλό σου» της είπε καθώς κατευθύνθηκε προς τον καθρέφτη της κονσόλας, για να φτιάξει τα μαλλιά του και τα ρούχα του που είχαν στραπατσαριστεί. Και τότε το είδε. Το ψάρι ξεπρόβαλλε από την κορυφή του κεφαλιού του. Μακρύ και ελαφρύ, δεν το αισθανόταν καθόλου αλλά αυτό βρισκόταν εκεί και κουνιόταν σαν ελατήριο σε κάθε του κίνηση. Είχε το ρύγχος του προς τα κάτω και την ουρά προς τα πάνω. Μαυριδερό και παράξενο. Ένα πλάσμα που αποφάσισε να καρφωθεί επάνω του. «Μυστήριο» σκέφτηκε. «Η Ζόρζια είναι ικανή να μου έχει σκαρώσει καμιά απίστευτη φάρσα» Αλλά και πάλι, πως στέκονταν ακριβώς αυτό το ψάρι στο συγκεκριμένο σημείο του κεφαλιού του; Πως είχε πάρει αυτήν την κλίση και γιατί δεν είχε καθόλου βάρος; Κούνησε το κεφάλι του πάνω κάτω, σα να έκανε νεύματα σε έναν αόρατο συνομιλητή. Το ψάρι συντονίστηκε με την κίνησή του. «Ζόρζια, βοήθησέ με να το βγάλουμε». Καθώς προσπαθούσε να το πιάσει και να το τραβήξει, η γυναίκα του έστεκε μαρμαρωμένη με την έκφραση της απόλυτης φρίκης αποτυπωμένης στο πρόσωπό της μην κάνοντας καμία κίνηση για να βοηθήσει. «Τέρας, τέρας» μουρμούριζε συνεχώς σε τέμπο νανουρίσματος σα να ήθελε να επιβάλλει έναν ρυθμό στις απελπισμένες κινήσεις του. Το ψάρι δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το κεφάλι. Ο Λωτρέ κουνιόταν πέρα δώθε με μανία, σα νευρόσπαστο. Το ψάρι έκανε ακριβώς το ίδιο.
«Λωτρέ σταμάτα, είσαι αστείος». Η Ζόρζια άρχισε να γελάει ξαφνικά με ένα γέλιο που ο άντρας της δεν είχε ξανακούσει. Δυνατό και επίμονο, ασταμάτητο και γάργαρο. Ο Λωτρέ απόρησε για την ευχαρίστηση που διέτρεξε το κορμί του καθώς άκουσε εκείνο το γέλιο. Σταμάτησε τις προσπάθειες να ξεκολλήσει το ψάρι από το κεφάλι του και πλησίασε τη γυναίκα του.
«Νομίζεις πως ο πατέρας σου θα το αποδεχθεί; Να κυκλοφορεί ο άντρας της κόρης του με ένα μαυρόψαρο στο κεφάλι του;»
«Σκαλίδρα, Λωτρέ, σκαλίδρα. Αυτό είναι το όνομα του ψαριού»
Άρχισαν να γελούν δυνατά και οι δύο μαζί.
Επιμύθιο αλά Θέρμπερ: Είναι καλύτερο να ονομάζουμε τα ψάρια με το λόγιό τους όνομα.
Το παραπάνω διήγημα δημοσιεύθηκε στο Φινλανδικό περιοδικό Ovi του Θάνου Καλαμίδα.
*C’est mieux ici=είναι καλύτερα εδώ
image: Coco Fronsac
image: Coco Fronsac
Subscribe to:
Posts (Atom)
Είμαι, ήμουν;
Για δεκαετίες ήμουν μια γυναίκα ύψους 1,80. Ύψος καθορισμένο, ύψος επίσημο, ύψος εγκεκριμένο από γιατρούς, από μεζούρες, από την ίδια την τ...
