Jul 20, 2017

Γεννήθηκα άσχημος 1


Γεννήθηκα άσχημος. Οι νοσοκόμες μόρφαζαν με απέχθεια κάθε φορά που πλησίαζαν στο κρεβατάκι μου. Η μητέρα μου με μίσησε. Δύο εβδομάδες μετά τη γέννησή μου με εγκατέλειψε στις όχθες ενός ποταμού. Είχα λαιμό καμηλοπάρδαλης, κεφάλι ποντικού, μαλλιά λέοντα και φωνή κόρακα που τρόμαζε όσους την άκουγαν.
Το ποτάμι στο οποίο εγκαταλείφθηκα ήταν γεμάτο κροκόδειλους. Οι κροκόδειλοι δεν είναι ζώα ευαίσθητα, παρ’ολα αυτά στάθηκαν τρυφεροί μαζί μου. Το αλλόκοτο σαγόνι μου έμοιαζε με το ρύγχος τους και τα κλάματά μου με τα δικά τους. Κάτι από τα δύο τους συγκίνησε. Όλοι μαζί, ένας ένας κάθε φορά, έσπρωξαν το καλαθάκι μου κατά πλάτος του ποταμιού μέχρι που στο τέλος κατέληξα σε ένα στενό αγροτικό δρόμο γεμάτο χορτάρια. Εκεί με εγκατέλειψαν κι εκείνοι.

Ο κύριος Πικάριο με βρήκε όταν το αυτοκίνητό του κόντεψε να βγει από το δρόμο σε μια μανούβρα που έκανε για να αποφύγει να με πατήσει. Βγήκε από το αυτοκίνητο και στάθηκε από πάνω μου αγριεμένος.

«Τι διάβολο είναι αυτό το πράγμα;» αναφώνησε.

Έσκυψε από πάνω μου, κούνησε λίγο το κουρέλι με το οποίο με είχε σκεπάσει η μητέρα μου και συνοφρυώθηκε.

«Φίλε μου είσαι ένα μάτσο χάλια. Δεν έχω ξαναδεί πιο άσχημο μωρό.» είπε και γέλασε δυνατά, πολύ ευχαριστημένος με το αστείο του. Πήρε το καλάθι μου και το έβαλε στη θέση του συνοδηγού. Εκεί σταμάτησα να κλαίω, παρηγορημένος από τη ζεστασιά του αυτοκινήτου και ευχαριστημένος από τη μουσική που ο κύριος Πικάριο είχε βάλει στο τέρμα. Άκουγε τον κουρέα της Σεβίλλης κι ήξερε όλα τα λόγια απ’εξω. Γέλασα από χαρά ακούγοντάς τον.

«Όταν χαμογελάς είσαι ακόμη πιο άσχημος!» είπε ξεσπώντας  σε δυνατά γέλια.

Αυτή ήταν η πρώτη μου ημέρα με τον κύριο Πικάριο. Τις επόμενες ημέρες έπρεπε να υπομείνω πλήθος συγγενών του που τον επισκέφθηκαν για να εξετάσουν από κοντά το παράξενο εύρημά του. Κεφάλια αχτένιστα έσκυβαν πάνω από το μικρό μου καλάθι και δάχτυλα γεμάτα περιέργεια ζουλούσαν την κοιλιά μου και ψαχούλευαν το πρόσωπό μου.

Κακάσχημο, μα πως είναι έτσι αυτό το μωρό, σίγουρα κάποια αιμομιξία, μα τι τερας, ήταν μερικές από τις φράσεις που μουρμούριζαν μεταξύ τους κοιτώντας με με πραγματική απέχθεια την οποία δεν προσπαθούσαν να κρύψουν. Ήταν εξάλλου ολοφάνερο ότι ήμουν ένα μίασμα της φύσης, οπότε η οποιαδήποτε έκφραση αποστροφής μπορούσε να γίνεται με υπερηφάνεια ως επιβεβαίωση αυτού του ολοφάνερου γεγονότος.

Ο κύριος Πικάριο χαμογελούσε στωικά και πότε πότε εμφανιζόταν τεράστιος πάνω από το κεφάλι μου, καπνίζοντας και φυσώντας.

«Είσαι όντως πολύ άσχημος μικρέ, αλλά τι να κάνουμε; Άστους να λένε.Να σε πνίξουμε ή να σε πετάξουμε στο ποτάμι όπως έκανε η μάνα σου;»

Αποφάσισε λοιπόν να με κρατήσει όσο κι αν οι φίλοι και η οικογένειά του προσπάθησαν με κάθε τρόπο να τον αποτρέψουν.

«Τρελλάθηκες; Ξένο παιδί θα μεγαλώσεις;»

«Δεν το βλέπεις; Είναι καθυστερημένο. Θέλεις να βάλεις φασαρίες στο κεφάλι σου;»

«Για όνομα του Θεού Πικάριο, είσαι 60 χρονών. Τόσα χρόνια ήσουν δίχως παιδιά, τώρα σου ήρθε; Και κοίτα το πως είναι! Πραγματικά αποκρουστικό! Τουλάχιστον αν ήταν λίγο ομορφότερο..»

«Αν ήταν ομορφότερο τι θα γινόταν;» απαντούσε ο Πικάριο συνεχίζοντας να αδιαφορεί παντελώς για όσα σχόλια προκαλούσε η αποφασή του.

Η ομορφιά δεν τον συγκινούσε ως ιδιότητα, αντίθετα με την ασχήμια μου η οποία φαινόταν να του ασκεί ένα είδος γοητείας. Ή προσπαθούσε με αυτόν τον τρόπο να σοκάρει τους πάντες, καθώς φτάνοντας στα εξήντα του ίσως αποφάσισε πως η ζωή του ήταν βαρετή κι έπρεπε να κάνει κάτι για να την αλλάξει.

Με έβαλε στο δικο του δωμάτιο. Τα βράδυα κοιμόμασταν μαζί. Ο Πικάριο, εγώ και οι δυο μεγαλόσωμες γάτες του. Τα πρωινά με έπαιρνε μαζί του όπου κι αν πήγαινε. Είχε αγοράσει ένα καλάθι πλάτης από αυτά που έχουν συνήθως οι μοντέρνοι πατέρες, το τροποποίησε ώστε να μετατρέπεται και σε καρότσι κι έτσι κρεμιόμουν δύστροπος και αγέλαστος πίσω του, ζουληγμένος ανάμεσα σε κουβέρτες και πανιά. Ο υπερβολικά μακρύς λαιμός μου ξεχώριζε πάνω από αυτό το κατασκεύασμα καθώς κουνιόταν ζαρωμένος σα μίσχος κάποιου σαρκοφάγου άνθους, μόνο που δεν υπήρχε πουθενά κάποιο άνθος. Το κεφάλι μου και το πρόσωπό μου μόνο με λουλούδια δεν έμοιαζαν. Κι εγώ λες και είχα επίγνωση του αποτροπιασμού που προκαλούσε η δυσμορφία μου από μια τόσο μικρή ηλικία, όλη την ώρα στρίγγλιζα ή έκανα απαίσιους μορφασμούς σουφρώνοντας το μουλαρίσιο σαγόνι μου και την τεράστια μύτη μου προκαλώντας εκφράσεις αηδίας στα πρόσωπα των περαστικών. Όταν βγήκαν και τα πρώτα μου δόντια, δεν ξεχώριζα καθόλου από κανονικό αρουραίο πλέον. Ένας αρουραίος με υπερμεγέθες κεφάλι.



image: collage 1) Self-portrait with a bird (after Holbein) Milorad Krstic 
                           2) Detail from a photo of Roland Topor




No comments:

Θωρηκτό Βαρσανουφία 4

Kεφάλαιο 2 Τρίτη 4:15 μ.μ. «Λεό, πρέπει να μου τηλεφωνήσεις   όσο το δυνατόν πιο σύντομα. Προσπαθώ από το πρωί να σε βρω, γιατί ...