Jul 20, 2016

Λωτρέ και Ζόρζια


Ο Λωτρέ ήταν ένα τέρας. Τέρας με περικεφαλαία. Έτσι τον αποκαλούσε η γυναίκα του, μια ντελικάτη, θρησκόληπτη κόρη καθηγητή θεολογίας. Η ζωή μαζί του είχε αποδειχθεί  δύσκολη από την αρχή και η Ζόρζια έφτανε στο σημείο να καταριέται την ώρα και τη στιγμή που τον γνώρισε πριν λίγα χρόνια σε μια διάλεξη του πατέρα της. Όμως ήταν ο άντρας της και θεωρούσε πως όφειλε να μάθει να ανέχεται τις παραξενιές του.
Ο Λωτρέ τη δάγκωνε όταν ξυπνούσε, τη δάγκωνε πριν κοιμηθεί και την έριχνε στο πάτωμα όταν της έκανε έρωτα. «Σε μιε ισι»* φώναζε στη γλώσσα του πατέρα του, ξετρελαμένος και με τη σκληρότητα του σανιδένιου πατώματος και με τις γκριμάτσες πόνου της γυναίκας του. Η Ζόρζια υπέμεινε με ψεύτικη υπομονή, γιατί είχε διδαχθεί πως η υπομονή είναι μεγάλο προσόν, ειδικά σε μια γυναίκα, αλλά δεν μπορούσε να κρύψει εντελώς την απέχθειά της προς τις πράξεις του.

«Είσαι τερατώδης» ψιθύριζε με σοβαρότητα, τονίζοντας μία μία τις λέξεις της, καθώς έπιναν τον απογευματινό καφέ στη μικρή βεράντα της κρεβατοκάμαρας. «Είσαι ένας απαράδεκτος σύζυγος. Συμπεριφέρεσαι εντελώς άξεστα.» Ο Λωτρέ χαμογελούσε συγκαταβατικά προς  αυτές τις εκφράσεις αποτροπιασμού και απόρριψης. «Θα με συνηθίσεις Ζόρζια, όπως συνήθισες και την περιουσία μου». Ο Λωτρέ είχε μεγάλη άνεση με τα χρήματα αλλά ο ίδιος ήταν μετρημένος στη διαχείρισή τους, σε αντίθεση με τη Ζόρζια η οποία έδειχνε να ελκύεται από το χρήμα σε παράξενο βαθμό για καρτερική σύζυγός. Η αγαπημένη της σπατάλη ήταν τα κοσμήματα. Αγόραζε ασταμάτητα ακριβά δαχτυλίδια, καρφίτσες και περιδέραια, τα οποία συνήθιζε να επιδεικνύει μπροστά στον καθρέφτη της καθώς η κοινωνική ζωή του ζευγαριού ήταν πολύ περιορισμένη. Ο Λωτρέ ασχολούνταν μόνο με τη δουλειά του και απέρριπτε κάθε προσπάθεια προσέγγισης που γίνονταν από διάφορους γνωστούς, παλιούς φίλους ή συγγενείς.  «Δε μου χρειάζονται οι φίλοι.  Δε με ενδιαφέρει η φιλία  καθόλου.»

Η Ζόρζια, αισθανόταν απομονωμένη. Υπήρχε κάτι στην ατμόσφαιρα του σπιτιού τους που την έκανε πολλές φορές να χάνει την ανάσα της και να κουλουριάζεται στις γωνίες των δωματίων, κρατώντας το λαιμό της, πασχίζοντας να βρει την αναπνοή της ξανά. Το στήθος της πονούσε φριχτά και αισθανόταν πως θα πεθάνει. «Κρίσεις πανικού Ζόρζια. Αυτό παθαίνεις.  Ως κακομαθημένη από την οικογένειά σου, αν κάτι δε σου πάει όπως το θέλεις,  αδυνατείς να το διαχειριστείς και το σώμα σου ξεσπάει έτσι. Ηρέμησε και πιες λίγο νερό. » Η Ζόρζια του έσπρωχνε το χέρι, εκσφενδόνιζε τα ποτήρια αριστερά και δεξιά και έτρεχε αποτρελαμένη πάνω στα σπασμένα γυαλιά, κόβοντας τις φτέρνες της. Φώναζε την αγαπημένη της -από καιρό μακαρίτισσα- μητέρα που μόνο αυτή την καταλάβαινε, ούρλιαζε και απειλούσε πως θα φύγει από αυτό το τρελόσπιτο και στο τέλος εξουθενωμένη από την ίδια της την ένταση, έβρισκε την ησυχία μόνο μέσα στην τεράστια γκαρνταρόμπα της.

«Λωτρέ, νομίζω πως γίνεσαι πολύ άσχημος όσο περνάει ο καιρός»
«Κι εγώ νομίζω πως έχεις δίκιο. Αισθάνομαι το πρόσωπό μου να μεταμορφώνεται. Να πιάσε εδώ». Ο Λωτρέ τράβηξε απότομα το χέρι της γυναίκας του και το ακούμπησε κάτω από το αριστερό μάτι. Η Ζόρζια αισθάνθηκε ένα μικρό εξόγκωμα εκεί και παρατήρησε πως το δέρμα είχε αλλάξει ελαφρώς το κανονικό του χρώμα σε ένα ανεπαίσθητο μπλαβί.

«Ίσως χτύπησες κάπου και δεν το θυμάσαι» «Νομίζω πως με χτυπάς εσύ όταν κοιμάμαι» γέλασε δυνατά ο Λωτρέ και τράβηξε κοντά του το χέρι της για  να το φιλήσει. Η Ζόρζια ούρλιαξε σα να τη μαχαίρωσε κάποιος. «Άκου! Άκου τι λες! Πως μπορεί κάποιος και ξεστομίζει τέτοια πράγματα; Είσαι τέρας! Όπως πάντα!» Πετάχτηκε από το τραπέζι και έτρεξε έξω κλαίγοντας υστερικά. Το κλάμα της ακουγόταν σαν επιθανάτιος ρόγχος ενός ολόκληρου κοπαδιού πουλιών.

Οποιαδήποτε παρατήρησή του μπορούσε να την κάνει να εκραγεί. Οι θυμοί της ήταν σφοδροί και θύμιζαν άνθρωπο που βρίσκεται σε κρίση παραφροσύνης. Ο Λωτρέ δυσκολεύονταν πολύ στο να την ηρεμήσει αν και η ηρεμία της δε φαινόταν να τον απασχολεί ιδιαιτέρως. Κατά βάθος τη θεωρούσε λίγο βαρετό χαρακτήρα με επαναλαμβανόμενες εκρήξεις οι οποίες ακολουθούσαν ένα  συγκεκριμένο ανιαρό μοτίβο αλλά παρ’ όλα αυτά είχε μια ομορφιά που τον συγκινούσε. Το πρόσωπό της ήταν γλυκό με μια ευγένεια άλλης εποχής στις χειρονομίες και στον τρόπο έκφρασής της μπροστά σε τρίτους.  Έπιανε πολλές φορές τον εαυτό του να την παρακολουθεί σα να είχε μπροστά του την ηρωίδα μιας βωβής ταινίας. Γελούσε με τις κρίσεις θρησκευτικότητάς που την έπιαναν ανά τακτά χρονικά διαστήματα και έκαναν να κλείνεται στο εκκλησάκι του κήπου με τις ώρες,  γελούσε και με τον πατέρα της που υποδαύλιζε αυτές τις κρίσεις συζητώντας μαζί της για το νόημα της θρησκευτικότητας στη ζωή ενός ανθρώπου.  Ο Λωτρέ τα έβρισκε όλα αυτά ωραία και άνευ ιδιαίτερης σημασίας. «Είστε και οι δύο για τα σίδερα» συνήθιζε να λέει σε κόρη και πατέρα όταν βρίσκονταν μαζί και συζητούσαν για το Θεό, τα μοναστήρια και την ευλάβεια που όφειλε ένας αξιέπαινος άνθρωπος να επιδεικνύει. Ο πεθερός του ήταν ένας άνθρωπος βαρύς και δύσκολος ο οποίος δεν εκφραζόταν εύκολα. Προτιμούσε να συζητά κυρίως με την κόρη του και όχι με το γαμπρό του. Ήταν χήρος και του άρεσε πολύ το φαγητό, πράγμα που φαινόταν στα παχουλά χέρια του και το ολοστρόγγυλο στομάχι του το οποίο έκανε τα ακριβά πουκάμισά του να δυσανασχετούν.  Μιλούσε στο Λωτρέ για τα απολύτως αναγκαία, διατηρώντας την ευγένεια που κρατά η απαραίτητη απόσταση και δεν απαντούσε ποτέ στις λεκτικές επιθέσεις του που είχαν ως στόχο τη θρησκευτικότητά του. Τον θεωρούσε ένα βέβηλο πλάσμα, δίχως σεβασμό, κατώτερο σαφώς από την κόρη του, αλλά δυστυχώς έναν πλούσιο βέβηλο για τον οποίο άξιζε να παραβλέπει ελαττώματα που σε κάποιον άλλον θα τον είχαν κάνει έξαλλο.

Όσο περνούσε ο καιρός η παρατηρητικότητα της Ζόρζιας,  με στόχο τον άντρα της,  οξύνονταν σε σημείο να φτάσει να βλέπει σα νυχτερίδα και την παραμικρή αλλαγή επάνω του. Κάθε φλέβα που ξεπρόβαλλε αχνή πάνω στο δέρμα του, κάθε μικρό τυχαίο εξάνθημα, οι μαύροι κύκλοι που ήταν σκουρότεροι μετά από νύχτες αϋπνίας, η ελάχιστη κοκκινίλα πάνω στη μύτη του ή ένα ελαφρώς ταλαιπωρημένο μάγουλο, αποτελούσαν πηγή μεγάλης ευχαρίστησης για εκείνην, καθώς της επέτρεπαν να του τονίζει διαρκώς το πόσο άσχημος γινόταν όσο περνούσε ο καιρός «Τέρας! Σωστό τέρας!» μουρμούριζε με ικανοποίηση μέσα στο αυτί του την ώρα που εκείνος κοιμόταν, νομίζοντας πως δεν την ακούει ή ελπίζοντας να την ακούει.

«Λωτρέ, είναι αδύνατον!» ούρλιαξε ξαφνιασμένη ένα πρωί αφήνοντας τον καφέ  να χυθεί  από το φλυτζάνι της. Τινάχτηκε με έναν αλλοπαρμένο τρόπο από την καρέκλα της και τύλιξε το κεφάλι του μέσα στα χέρια της, κουνώντας το δεξιά αριστερά. «Ζόρζια, τρελλάθηκες; Θα με πνίξεις!» Ο Λωτρέ προσπάθησε να ελευθερωθεί από το αγκάλιασμά της. «Λωτρέ!» ξαναούρλιαξε εκείνη μέσα στο αυτί του, «Έχει φυτρώσει ένα ψάρι στην κορυφή του κεφαλιού σου! Να, να! Εδώ, εδώ!» Τα δάχτυλά της ψαχούλεψαν με υστερία μέσα στα μαλλιά του «Εδώ, στο σημείο που βγαίνουν οι φύτρες! Ένα ψάρι! Ψάρι, Λωτρέ!» Στρίγγλιζε με αμείωτη ένταση και το πρόσωπό της είχε μεταμορφωθεί από την ένταση. Ο Λωτρέ ανήμπορος να βγάλει το κεφάλι του από τη μέγγενη των χεριών της αναγκάστηκε να την κλωτσήσει στο καλάμι για να μπορέσει να σηκωθεί. «Όσο πας το χάνεις το μυαλό σου» της είπε καθώς κατευθύνθηκε προς τον καθρέφτη της κονσόλας, για να φτιάξει τα μαλλιά του και τα ρούχα του που είχαν στραπατσαριστεί. Και τότε το είδε. Το ψάρι ξεπρόβαλλε από την κορυφή του κεφαλιού του. Μακρύ και ελαφρύ, δεν το αισθανόταν καθόλου αλλά αυτό βρισκόταν εκεί και κουνιόταν σαν ελατήριο σε κάθε του κίνηση. Είχε το ρύγχος του προς τα κάτω και την ουρά προς τα πάνω. Μαυριδερό και παράξενο. Ένα πλάσμα που αποφάσισε να καρφωθεί επάνω του. «Μυστήριο» σκέφτηκε. «Η Ζόρζια είναι ικανή να μου έχει σκαρώσει καμιά απίστευτη φάρσα» Αλλά και πάλι, πως στέκονταν ακριβώς αυτό το ψάρι στο συγκεκριμένο σημείο του κεφαλιού του; Πως είχε πάρει αυτήν την κλίση και γιατί δεν είχε καθόλου βάρος; Κούνησε το κεφάλι του πάνω κάτω, σα να έκανε νεύματα σε έναν αόρατο συνομιλητή. Το ψάρι συντονίστηκε με την κίνησή του. «Ζόρζια, βοήθησέ με να το βγάλουμε».  Καθώς προσπαθούσε να το πιάσει και να το τραβήξει, η γυναίκα του έστεκε μαρμαρωμένη με την έκφραση της απόλυτης φρίκης αποτυπωμένης στο πρόσωπό της μην κάνοντας καμία κίνηση για να βοηθήσει. «Τέρας, τέρας» μουρμούριζε συνεχώς σε τέμπο νανουρίσματος σα να ήθελε να επιβάλλει έναν ρυθμό στις απελπισμένες κινήσεις του. Το ψάρι δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το κεφάλι. Ο Λωτρέ κουνιόταν πέρα δώθε με μανία, σα νευρόσπαστο. Το ψάρι έκανε ακριβώς το ίδιο.
«Λωτρέ σταμάτα, είσαι αστείος». Η Ζόρζια άρχισε να γελάει ξαφνικά με ένα γέλιο που ο άντρας της δεν είχε ξανακούσει. Δυνατό και επίμονο, ασταμάτητο και γάργαρο. Ο Λωτρέ απόρησε για την ευχαρίστηση που διέτρεξε το κορμί του καθώς άκουσε εκείνο το γέλιο. Σταμάτησε τις προσπάθειες να ξεκολλήσει το ψάρι από το κεφάλι του και πλησίασε τη γυναίκα του.

«Νομίζεις πως ο πατέρας σου θα το αποδεχθεί; Να κυκλοφορεί ο άντρας της κόρης του με ένα μαυρόψαρο στο κεφάλι του;»

«Σκαλίδρα, Λωτρέ, σκαλίδρα. Αυτό είναι το όνομα του ψαριού»
Άρχισαν να γελούν δυνατά και οι δύο μαζί.

Επιμύθιο αλά Θέρμπερ: Είναι καλύτερο να ονομάζουμε τα ψάρια με το λόγιό τους όνομα.

Το παραπάνω διήγημα δημοσιεύθηκε στο Φινλανδικό περιοδικό Ovi του Θάνου Καλαμίδα.


*Cest mieux ici=είναι καλύτερα εδώ

image: Coco Fronsac

Jul 5, 2016

Το Σεπτέμβριο 1

Yπάρχει ένα πράγμα που με φοβίζει όταν γράφω. Ότι δε θα μπορέσω να ξανασηκωθώ. Το κεφάλι μου θα μείνει εκεί, σκυμμένο αιωνίως και το χέρι μου δε θα σταματήσει να γράφει ενώ οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια και οι αιώνες θα περνούν. Ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν έξι χρονών. Αυτοκτόνησε πέφτοντας από το μπαλκόνι της αδελφής του, Ιερουσαλήμ.
 
«Δε σκοτώνουμε τα δέντρα. Τα αφήνουμε να πεθάνουν μόνα τους» ήταν το μόνο πράγμα που μου είπε η μητέρα μου κατά τη διάρκεια της κηδείας όταν με έσφιξε επάνω στα μαύρα ρούχα της. Η μητέρα μου ήταν πάντα απούσα και απόμακρη. Μου έλειπε ακόμα και όταν βρισκόμασταν στο ίδιο δωμάτιο. Αισθανόμουν τη μοναξιά της απομόνωσης, που καθώς ενηλικιωνόμουν με έκανε έναν μελαγχολικό νεαρό άντρα, ο οποίος έβρισκε καταφύγιο στις ονειροπολήσεις και στο γράψιμο. Γράφοντας ανακάλυψα πως μπορούσα επιτέλους να ακούσω φωνές μέσα στο άδειο κεφάλι μου. Γιατί το κεφάλι μου ήταν ένα μέρος άδειο και τρομακτικά ήσυχο. Κι εγώ μεγάλωνα μέσα στην εκκωφαντική σιωπή του. Τη σιωπή που έχει ένας βυθός που δεν τελειώνει ποτέ.

Η φιλία μου με τον Σίλιο υπήρξε καθοριστική ως προς το γεγονός της αποτροπής του απόλυτου εγκλεισμού μου στο δωμάτιό μου. Ο Σίλιο ήταν φοιτητής της Μαθηματικής σχολής, μπον βιβέρ, από πλούσια οικογένεια. Για κάποιον λόγο που μόνο ο ίδιος γνώριζε, με είχε συμπαθήσει και με έπαιρνε παντού μαζί του. Οι αντιστάσεις μου δεν τον πτοούσαν. Κατέληξα να τον ακολουθώ μόνο και μόνο για να τον κάνω να σταματήσει να μιλάει τόσο πολύ κάθε φορά που με έβλεπε. Όμως δε συμμετείχα. Πουθενά δε συμμετείχα. Ήμουν ένας δυσλειτουργικός φοιτητής. Με μέτριους βαθμούς.

Η αδελφή του πατέρα μου ονομάστηκε Ιερουσαλήμ χάρη στην εβραϊκή καταγωγή της μητέρας της η οποία ήθελε τουλάχιστον το ένα από τα δύο παιδιά της να της θυμίζει την πατρίδα που ποτέ δεν είχε. Αυτό το όνομα την έκανε να αισθάνεται διαφορετική και να φέρεται ως διαφορετική. Η θεία Ιερουσαλήμ ήταν χορεύτρια. Με έπεισε να γίνω μαθητής της. Και ξαφνικά ανακάλυψα στο χορό τον τρόπο ο οποίος θα μου επέτρεπε να εκφραστώ. Χόρευα γρήγορα, αλλοπρόσαλλα, τα χέρια και τα πόδια μου  έπαιρναν φωτιά κι εγώ χανόμουν. Η  Ιερουσαλήμ είδε  ταλέντο σε μένα και ασχολήθηκε μαζί μου σα μαμά που δεν μπορεί να αφήσει το μικρό της. Έγινα ο προστατευόμενός της. Δε χρειάζονταν να δουλεύω. Η Ιερουσαλήμ θα με ζούσε. Εφ όρου ζωής. Αρκεί να χόρευα για εκείνην, τη σχολή της και τις παραστάσεις της. Στο τέλος, όταν αποφάσισε ότι είχε βαρεθεί το χορό,  μου άφησε τη σχολή της. Κι έγινα ο κύριος Ιερουσαλήμ. Έβαλε αυτόν τον όρο. Θα έπρεπε να αλλάξω το όνομά μου. Δεν είχα κανένα πρόβλημα στο να την ικανοποιήσω. Δε με ένοιαζε. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να μπορώ να γράφω με την ησυχία μου και ας μην είχα κανένα ταλέντο.

Ο Σίλιο προσπάθησε να με πείσει να μη δεχτώ να αλλάξω το όνομά μου, αλλά δεν είχα ακούσει ποτέ τι πραγματικά μου έλεγε ο Σίλιο, οπότε γιατί να τον άκουγα εκείνη τη στιγμή; Άλλαξα το όνομά μου μέσω μιας γρήγορης συμβολαιογραφικής πράξης. Αυτός είμαι λοιπόν. Ο Ιερουσαλήμ. Ατάλαντος συγγραφέας, ταλαντούχος χορευτής. Κληρονόμος μιας καλής περιουσίας και μιας βαθιάς αδιάγνωστης κατάθλιψης που κατατρύχει όλη την οικογενειακή μας ιστορία και ξεγελά τους πάντες.

image: Paul X Johnson



Jul 3, 2016

Οι κόκκινες κορδέλες

Για πρώτη φορά από τότε που επέστρεψα από τη Μασσαχουσέτη, ονειρεύτηκα ότι ξαναγύρισα εκεί. Δε με περίμεναν άνθρωποι. Μόνο μια αγέλη μικρών σκυλιών. Έψαχνα εναγωνίως να βρω τον Σάνυ Μπόι, το σνάουζερ με τα ανθρώπινα μάτια, ίσως το μοναδικό ζώο με το οποίο κατάφερα να αναπτύξω έναν πραγματικό δεσμό, αλλά δεν μπορούσα να βρω κάποιο ίχνος του. Κουρασμένη κάθισα στην πίσω βεράντα του σπιτιού που με φιλοξένησε για ένα ολόκληρο καλοκαίρι στο Γουρστερ της Βοστώνης, όταν μια κόκκινη κορδέλα δεμένη σε ένα δέντρο τράβηξε την προσοχή μου. Κατέβηκα στον κήπο, έλυσα την κορδέλα και την κράτησα στα χέρια μου κοιτώντας την προσεκτικά. Ήλπιζα πως εξετάζοντάς την θα μπορούσα να καταλάβω ποιος και γιατί την έδεσε εκεί. Ξαφνικά, όπως συνήθως συμβαίνει στα όνειρα, το χώμα κάτω από τα πόδια μου κουνήθηκε. Άρχισα να σκάβω γρήγορα, βάζοντας όλη μου τη δύναμη. Όσο έσκαβα παρατηρούσα από μια άλλη οπτική γωνία που στην πραγματικότητα δε θα ήταν δυνατόν να υπάρχει, ότι το σπίτι πίσω μου μίκραινε σταδιακά. Κάθε φορά που κοιτούσα προς τα πίσω το έβλεπα όλο και μικρότερο. Τα σκαλιά της βεράντας είχαν γεμίσει μικρά σκυλιά ράτσας που με παρακολουθούσαν σιωπηλά, δίχως να κάνουν την παραμικρή κίνηση. Και κάθε φορά που η σμίκρυνση συντελούνταν, έστω και στο ελάχιστο, η βεράντα παλλόταν σαν ανθρώπινο όργανο κάτω από το στηθοσκόπιο. Ήξερα πως ο Σάνυ Μπόι είχε πεθάνει και αυτό έκανε τα μάτια μου να γεμίσουν δάκρυα. Πολλές φορές στα όνειρά μου βλέπω σπίτια που είναι ζωντανά, σπίτια που με στοιχειώνουν εδώ και χρόνια σαν επαναλαμβανόμενο μοτίβο στον ύπνο μου. Αυτό μπορούσα να το θυμάμαι ξεκάθαρα, ακόμη και μέσα στο όνειρό. Και πολλές φορές αισθάνομαι ένα παράξενο είδος συμπόνοιας προς αυτά τα σπίτια που πάλλονται, μικραίνουν, μεγαλώνουν, χωρίζονται στα δύο, γεμίζουν νερά, αλλάζουν δωμάτια, παγιδεύουν και προσκαλούν όπως ακριβώς ένα ανθρώπινο σώμα.


Οι κόκκινες κορδέλες πολλαπλασιάστηκαν. Υπήρχε από μια σε κάθε ξύλινο κάγκελο. Δε γνώριζα τι σήμαιναν όλα αυτά. Ποιος προσπαθούσε να μου μιλήσει και τι ήθελε να μου πει. Σταμάτησα να σκάβω. Είχα μόνο τη γνώση ενός άλλου εαυτού που με παρακολουθούσε μέσα από τον ύπνο μου. Ξάπλωσα μπρούμυτα στο χώμα και προσπάθησα να αποκοιμηθώ. Πώς να είναι άραγε να κοιμάσαι μέσα στον ύπνο σου; Ίσως το σώμα και ο εγκέφαλος να βιώνουν ένα είδος απαραίτητης χαλάρωσης που μπορεί να επιτευχθεί μόνο έτσι. Και το λέω αυτό γιατί ξύπνησα αναζωογονημένη, αν και ανήσυχη, καθώς έφερνα στο νου μου τις κορδέλες και τα μικρά εκείνα σκυλιά. Θυμήθηκα έναν παλιό φίλο ζωγράφο που με είχε βεβαιώσει ότι κάθε σπίτι που ονειρεύομαι είναι το ίδιο μου το μυαλό το οποίο προσπαθεί να μου μιλήσει. Για παράδειγμα το υπόγειο ξεκάθαρα αντιπροσωπεύει το υποσυνείδητο και το γεγονός ότι συχνά ονειρεύομαι υπόγεια μέσα στα οποία χάνομαι για λίγο, δείχνει το πόσο μπερδεμένη είμαι. Πάντα με σώζουν όμως οι σκάλες που ξεφυτρώνουν στα ξαφνικά αλλάζοντας θέσεις. Αυτό δείχνει ότι μπορώ πάντα και μηχανεύομαι τρόπους για να γλυτώσω από την ίδια μου την εσωτερική αγωνία που προσπαθεί να με καταβροχθίσει. Η αγωνία είναι ένα μεγάλο στόμα. Ο Τριστ ήταν πολύ σίγουρος για αυτά τα πράγματα. Ο Τριστ γενικώς ήταν σίγουρος για πολλά πράγματα. Δεν μπορούσα να αποφασίσω αν αυτή η σιγουριά με είλκυε ή με απωθούσε. Μάλλον και τα δυο, όπως ακριβώς μας συμβαίνει με έναν άνθρωπο που μας μοιάζει λίγο.


Είχα αποφασίσει να μη μιλήσω σε κανέναν για το όνειρο. Βέβαια μετά δεν μπόρεσα να κρατηθώ και το έγραψα από την αρχή ως το τέλος . Ίσως να μπορούσα να το εξηγήσω αργότερα απλά και μόνο διαβάζοντάς το. Ίσως να φανταζόμουν τι απάντηση θα μου έδινε ο Τριστ αν ζούσε ακόμα. Μπορεί κανείς να μην μπορούσε να το εξηγήσει ή να σκέφτόταν πως τα περίεργα όνειρά μου ήταν μάλλον ένας τρόπος με τον οποίο επιζητούσα την προσοχή. Το από ποιον την επιζητούσα ακριβώς και για ποιο λόγο είναι ένα πολύ καλό, πραγματικά καλό, ερώτημα με μερικές ενδιαφέρουσες απαντήσεις.


May 21, 2016

Ο φύλακας 3

Ημέρα 32η


Η γυναίκα με τα μπλε μαλλιά. Ναι η ηλικιωμένη. Ξαναήρθε, αλλά αυτή τη φορά ο Μοδέστος την πλησίασε με αποφασιστικότητα, έξω από την αίθουσα,  πριν καν ξεκινήσει η παράσταση. «Όχι κουμπιά», της είπε κοφτά. «Καλύτερα μη δίνετε καθόλου φιλοδώρημα. Είναι ντροπιαστικό για εσάς την ίδια να μου δίνετε κουμπιά.» Ξαφνιάστηκα. Πρώτη φορά τον άκουγα να μιλάει τόσο πολύ. Η φωνή του ήταν ένα συρτό μουρμούρισμα δίχως κανέναν παλμό. Μιλούσε σα να υπαγόρευε κάποιο κείμενο. Εκείνη τον κοίταξε ατάραχη.
«Πρόκειται για κουμπιά από τη στολή του βασιλιά Παύλου. Θα έπρεπε να είστε ιδιαιτέρως ικανοποιημένος που σας αμείβω με αυτά. Και αυτό επειδή σας συμπαθώ. Κι εσείς μου μιλάτε με τόση αυθάδεια ξαφνικά.»

«Γιατί έρχεστε και βλέπετε συνεχώς την ίδια παράσταση;»

Η γυναίκα στράβωσε υποτιμητικά τα χείλη της.

«Δεν καταλάβατε τι σας είπα πριν. Του βασιλιά Παύλου. Δε θα με ρωτήσετε πως τα βρήκα»
«Όχι»

Η άρνησή του δεν έδειξε να την πτοεί. Στάθηκε μπροστά του, πλησιάζοντας τον περισσότερο από ό,τι θα έπρεπε και άρχισε να του εξιστορεί πως η γιαγιά της ανήκε στην αυλή της βασίλισσας. Ο βασιλιάς τη συμπαθούσε πολύ και πολλές φορές της έδινε ό,τι έβρισκε μπροστά του. Κάθε μέρα μικροδωράκια. Κουμπιά, πορσελάνες, πανάκριβα κοσμήματα, γραμματόσημα, πετσέτες, πένες, ως και μία συλλογή από ρομπ ντε σαμπρ. «Καταλαβαίνετε φυσικά πως ο βασιλιάς ήταν τσιμπημένος με τη γιαγιά μου, η οποίος παρεμπιπτόντως υπήρξε γυναίκα εξαίσιας ομορφιάς. Νομίζω ότι απατούσε τη βασίλισσα μαζί της. Κι εγώ ξέρετε ήμουν εξαίσιας ομορφιάς όταν ήμουν νεότερη.»

Ο Μοδέστος την άκουγε σα να είχε μπροστά του μια παρανοϊκή. «Το όνομά μου είναι Δαμασκηνία. Ελπίζω να καταλάβατε τώρα την ακριβή αξία των φιλοδωρημάτων μου και να πάψετε να είστε άξεστος.»

Μέρα 43η

Ο Μοδέστος δεν ξαναμίλησε από εκείνη την ημέρα. Γρήγορα ξαναβρήκε τους ρυθμούς της σιωπής του. Τουλάχιστον ήξερα πως μπορούσε να αρθρώσει λόγο. Αποφάσισα να γίνω λίγο πιο τολμηρός και καθώς λαγοκοιμόταν, ψιθύρισα μέσα στο αυτί του το όνομά του. Δυο φορές. Ορκίζομαι πως έστρεψε το κεφάλι του και με κοίταξε ακριβώς μέσα στα μάτια. Αλλά αυτό είναι αδύνατον. Κι επειδή κανείς δεν μπορεί να με δει και επειδή δεν έχω μάτια.


image: L.Karrington

Sep 14, 2015

Τα κόκκινα κάγκελα


 (απόσπασμα )

Κάποιες φορές κοιτάζω άλλους ανθρώπους και προσπαθώ να καταλάβω  αν ζουν μια ήσυχη μετρημένη ζωή, παρατηρώντας  το πόσο τακτοποιημένα βρίσκονται όλα στο μυαλό τους. Έχω διαπιστώσει πως ακόμη και οι δυσκολίες μπορούν να οργανωθούν σε κατηγορίες που υπαγορεύουν συγκεκριμένες αντιδράσεις. Υπάρχει τάξη και στη λύπη και στη χαρά των περισσότερων,  και εγώ αισθάνομαι φριχτή, ανυπόφορη ζήλια να τρώει το στομάχι μου. Το κεφάλι μου είναι έτοιμο να εκραγεί από το πρωί που ξυπνάω ως το βράδυ που θα πέσω για ύπνο. Και δε σταματάει ούτε εκεί. Ο ύπνος μου είναι γεμάτος ζωηρά όνειρα. Όνειρα που μπλέκονται το ένα με το άλλο και επαναλαμβάνονται συνεχώς. Είμαι γεμάτος με μια ανεξήγητη εσωτερική ένταση από τη στιγμή που γεννήθηκα. Οι πρώτες αναμνήσεις μου πηγαίνουν  στα κόκκινα κάγκελα της κούνιας μου και στο  μωρουδιακό μαξιλάρι μου. Προσπαθώ να δω τι βρίσκεται κάτω από αυτό και το ανασηκώνω με τα μικρά μου χεράκια. Είχα γεννηθεί μέσα σε μια μεγάλη σωματική αγωνία και πλησίασα το θάνατο πριν ανοίξω καλά καλά τα μάτια μου στη ζωή.  Ίσως αυτό με έκανε να κουβαλώ σαν εκνευριστικό φορτίο,  τον ενδόμυχο φόβο ενός  επικείμενου θανάτου  που θα έκοβε ξαφνικά το νήμα μου και θα με έκανε, πιθανόν μέσω μιας ξαφνικής αναρρόφησης, –την ίδια που απείλησε να με πνίξει μέσα στη μήτρα- να αναχωρήσω από αυτήν τη ζωή. Πράγμα που δεν έστεκε ούτε και στο ελάχιστο. Έσφυζα και σφύζω από υγεία.  Πιστεύω πως χρειαζόμουν αυτό το διαρκές αίσθημα του φόβου  μέσα μου για να αναπτύξω τα πιο άγρια ένστικτά μου. Το θυμό μου. Αυτόν τον μεγαλοπρεπή θυμό που μπορεί να ξεσπάσει σαν ξαφνική θύελλα σε ωκεανό μα ώσπου να ξεσπάσει γνωρίζει όλες τις δίνες όπου μπορεί να κρυφτεί.  Είμαι ένας ευγενής φαινομενικά άνθρωπος. Χαμογελάω εύκολα, αλλά όχι πλατιά. Μιλάω σε όλους μα χρησιμοποιώ έναν ορισμένο αριθμό προτάσεων με τον καθένα. Δείχνω κατανόηση και ανεκτικότητα μέχρι να χρειαστεί να μη δείχνω πια. Κάτι τέτοιες στιγμές αφήνω ένα πρωτόγονο μένος να βγει από μέσα μου. Και μπορεί άλλοι να μην το αναγνωρίζουν και να το συγχέουν με μια απλή ταραχή ή εκνευρισμό αλλά εγώ το γνωρίζω πολύ καλά. Η φωνή μου βγαίνει με δυσκολία από τα βάθη του στομαχιού μου και όχι πια από το λαιμό μου. Τρέμω με ένα τρέμουλο βαθύ που συνταράσσει κάθε φλέβα και κύτταρο του σώματός μου. Προσπαθώ να αποκτήσω αυτοέλεγχο αλλά το σώμα μου δεν το θέλει. Υπάρχουν φορές που ο τόνος της φωνής μου αλλοιώνεται και ακούγομαι σαν ξεκούρδιστο όργανο. Το αίσθημα του πνιγμού επανέρχεται πιο έντονο και με κάνει να αναπνέω κοφτά και γρήγορα. Εκείνες τις στιγμές ξέρω πως μπορώ εύκολα να κάνω κάποιο κακό. Προτιμώ να μην πω τίποτα άλλο περαιτέρω.


image: Michele del Campo

Jun 13, 2015

Η ΠΑΝΤΟΦΛΑ




Πάντως, πολλές φορές αυτό-οριζόμαστε δίχως να γνωρίζουμε τέλεια την ουσία  του ορισμού που επιλέγουμε. Εμένα αυτό κάποιες φορές με έκανε δυστυχή. Και όχι μόνο εμένα. Αλλά και τους γύρω μου. Και δεν ξέρω αν κάποιοι ορισμοί όντως είναι κάτι άλλο πέρα από ορισμοί. Αν δεν είναι, τότε αυτό-οριζόμαστε με κάτι που καν δεν υπάρχει. Κάνω όλο αυτόν τον πρόλογο γιατί θα ήθελα να συνεχίσω με αυτό για το οποίο ξεκίνησα να μιλάω προηγουμένως και κάποιοι από εσάς με στραβοκοιτάξατε, δηλαδή το ότι είμαι μια παντόφλα. Η  παντόφλα έχει έναν συγκεκριμένο ορισμό που της το δίνουν το σχήμα, το υλικό κι η χρήση της. Δεν είστε παντόφλα κύριε, μου είπε ένας ανόητος. Οι παντόφλες δε μιλούν. Και που το ξέρετε εσείς κύριε; Τις έχετε ακούσει ποτέ να μη μιλούν; 


Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε το ακριβές νοητικό περιεχόμενο της ερώτησής μου και τη λεπτή διαφορά που δείχνει, ξεκάθαρα νομίζω, η αντιστροφή της.

Οι παντόφλες κύριε δεν έχουν μάτια, δεν έχουν στόμα και μύτη, ούτε αναπνέουν, συνέχισε εκείνος ο ανόητος με μεγαλύτερη  ειρωνεία κι επιμονή. Είμαι εξελιγμένο μοντέλο κύριέ μου, του αντέτεινα. Ποιος εμποδίζει μια παντόφλα να εξελιχθεί; Με εννοείτε; Όχι μόνο έχω συγκεκριμένο ορισμό αλλά μπορώ και να τον επεκτείνω. Ο ορισμός πλέον δε με ορίζει αλλά τον ορίζω. Όχι για σκεφτείτε το λίγο αυτό. Δεν το βρίσκετε μεγαλοφυές; Όχι, μου απάντησε ο κάπρος, λέτε γελοία πράγματα. Αν είστε παντόφλα, ελάτε να σας φορέσω. Τα πόδια μου κρυώνουν. Ελάτε λοιπόν.  Ξεχνάτε κύριε, του είπα  με περιφρόνηση -την οποία ελπίζω ότι είχε την ελάχιστη απαιτούμενη οξυδέρκεια για να διακρίνει-, ότι οι παντόφλες δεν ‘’έρχονται’’ για να τις φορέσουν. Μια παντόφλα δεν περπατάει προς το πόδι της. Το πόδι περπατάει προς αυτήν. Ελάτε λοιπόν εσείς. Φορέστε με. Δοκιμάστε με. Ο κρετίνος με κοίταζε με το στόμα ανοιχτό. Συγχύστηκε και έκατσε ξανά στη θέση του απλώς κουνώντας το χονδροειδές κεφάλι του δήθεν προς επίφαση της δικής μου βλακείας κι όχι της δικής του. Οι άνθρωποι του είδους του αντιδρούν με παρόμοιες πρωτόγονες αντανακλαστικές νοητικές κινήσεις τις οποίες μόνο οι ίδιοι κατανοούν μέσα στον κόσμο των ακατανόητων νοημάτων τους.


Έλεγα λοιπόν ότι είμαι μια παντόφλα και ότι οι παντόφλες έχουν ένα πολύ συγκεκριμένο ορισμό ο οποίος περικλείεται στη χρήση και τη μορφή τους. Βάσει των υπαρχουσών μορφών μιας παντόφλας αλλά και βάσει της περιορισμένης χρήσης τους, φυσικά και δεν είμαι παντόφλα. Με τα μάτια ενός ηλίθιου πάντα. Όμως, όπως είπα και παραπάνω, τι είναι αυτό που θα με εμποδίσει να επεκτείνω τον ίδιο τον ορισμό μου; Είμαι μια παντόφλα 1,82 με χέρια και πόδια. Μια παντόφλα που περπατάει και τρώει. Και όποιος θέλει να με φορέσει δεν έχει παρά να ψάξει για το ζευγάρι μου. Μπορεί να φοριέμαι με διαφορετικό τρόπο αλλά αυτό αλλάζει σε τίποτα τον αυτό-ορισμό μου; Όχι. Και όσες αντιρρήσεις και να έχετε, απλώς γελώ μαζί τους.


Απόσπασμα (Η παντόφλα)

Apr 14, 2015

Ο φύλακας 2


                                              Ημέρα 11η
Ο Μοδέστος δεν έχει ιδιαίτερες σχέσεις με τους υπόλοιπους ταξιθέτες . Συνεννοείται με δυσκολία μαζί τους ακόμη και για τις βασικές ρυθμίσεις της καθημερινής δουλειάς. Είναι ο τυπικότερος όλων. Του λείπει παρ’ όλα αυτά αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν «πνεύμα συναδελφικότητας». Είναι ο τελευταίος στον οποίο θα στραφούν οι υπόλοιποι για να τους καλύψει μια παρασπονδία και είναι ο πρώτος στον οποίο ανατίθεται ένα δυσκολότερο καθήκον. Δε διαμαρτύρεται ποτέ ό,τι και αν του ζητήσει η διεύθυνση του θεάτρου να κάνει, όμως διαμαρτύρεται εγγράφως και δίχως καμία  καθυστέρηση, αν διαπιστώσει ότι κάποιος ταξιθέτης προσπαθεί να αποφύγει τη δουλειά ή αν φερθεί με αγένεια σε θεατή. Οι άλλοι ταξιθέτες τον αντιπαθούν σφόδρα. Μιλούν για αυτόν χρησιμοποιώντας τις χειρότερες και τις πιο υποτιμητικές βρισιές πίσω από την πλάτη του και τα πιο ραφιναρισμένα υπονοούμενα όταν εκείνος είναι μπροστά. Στην αρχή νόμιζα ότι απλώς δεν έδινε σημασία, αλλά τελικά ο Μοδέστος δεν καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω του. 

Ημέρα 20η

Η κυρία με το κουμπί ξαναήρθε. Του έδωσε ένα ακόμη. Αυτή τη φορά δεν του το έβαλε στο χέρι αλλά με αυθάδεια το έχωσε κατευθείαν στην τσέπη του σακακιού του. Ο Μοδέστος ταράχτηκε περισσότερο από την προηγούμενη φορά. Την οδήγησε ξανά στη θέση της δίχως να μιλήσει. Όταν τα φώτα έκλεισαν και η αυλαία άνοιξε, έτρεξε και κρύφτηκε στο πίσω μέρος του θεάτρου. Είδα το στέρνο του να ανεβοκατεβαίνει γρήγορα και αισθάνθηκα την αναπνοή του να καίει. Αυτή η τόσο ζεστή ταραγμένη ανάσα με έκανε να αναπηδήσω, αν μπορώ βέβαια να πω κάτι τέτοιο στην κατάσταση στην οποία βρίσκομαι τώρα. Δεν τον είχα ικανό να κρύβει τόση θερμότητα μέσα του. Η γυναίκα αυτή είναι μια καλοβαλμένη ηλικιωμένη με γαλαζωπά μαλλιά. Αναρωτιέμαι γιατί ξαναήρθε να παρακολουθήσει την ίδια παράσταση.


Ημέρα 22η

Τον τσάκωσα να κρύβεται στα παρασκήνια. Μόλις το θέατρο έκλεισε, εκείνος βγήκε από την κρυψώνα του, απενεργοποίησε το συναγερμό και άρχισε να βολτάρει αυτοκρατορικά στους διαδρόμους, στο φουαγιέ, στον εξώστη, στην κεντρική αίθουσα. Άγγιζε ελαφρά τους τοίχους καθώς περνούσε δίπλα τους. Και τις πλάτες των βελούδινων πολυθρόνων

Ημέρα 23η
Γιατί η διοίκηση μου ανέθεσε να είμαι ο φύλακας άγγελος του Μοδέστου; Δεν κάνει ποτέ κάτι το ριψοκίνδυνο. Η καθημερινότητά του είναι επαναλαμβανόμενη και ανιαρή. Ακόμη και η χθεσινή βραδινή έξαρσή του είχε τη νωθρή βραδύτητα μιας υγρής επιφάνειας που κάνει κύκλους γύρω από το κέντρο της.  Θα ζητούσα αλλαγή αλλά υπάρχει κάτι στο βάθος των ματιών  του που με εμποδίζει ακόμη από το να το κάνω. Η έκφρασή στο πρόσωπο του Μοδέστου θυμίζει πορτραίτα αυτοπροσωπογραφιών γνωστών ζωγράφων. Ατενίζει κάτι που μόνο εκείνος μπορεί να δει. Κι εκείνο του επιστρέφει μια αντανάκλαση.



Ημέρα 30η

Είμαι ένα μήνα κοντά του και αδυνατώ να τον κατανοήσω, έστω και  ελάχιστα. Αρχίζω μόνο να αντιλαμβάνομαι γιατί κανείς από εμάς δεν ήθελε να τον προσέχει. Ποιος θέλει να είναι φύλακας άγγελος ενός ανθρώπου στρυφνού και αμίλητου; 



image: Witold Wojtkiewicz

Apr 12, 2015

Ο φύλακας

Όταν η διοίκηση με όρισε ως φύλακα άγγελο του Μοδέστου δε θα μπορούσα φυσικά να φανταστώ ότι με είχαν υποχρεώσει να αναλάβω έναν ανισόρροπο. Αν σκεφτώ όμως τη ζωή που έκανα,  θα έπρεπε να το περιμένω. Εδώ αναλαμβάνεις να προσέχεις αυτό που δεν μπορούσες να προσέξεις πριν. Το « πριν» είναι πριν πεθάνεις. Και όσο προσέχεις αυτό που αδυνατούσες να προσέξεις, τόσο δεν μπορείς να καταλάβεις αν βρίσκεσαι στον παράδεισο ή στην κόλαση και αν είσαι άγγελος ή δαίμονας. Ή τίποτα από τα δύο. Ο Μοδέστος θα με έβαζε σε δοκιμασία πολλές φορές. Οι αμφιβολίες θα με έζωναν με τον ίδιο τρόπο που τα φίδια έζωσαν το μοναχό Ιωαννίκιο πριν κάνουν τη μαζική τους εξόρμηση προς τις ακτές της Θασικής θάλασσας.
Οι διαπιστώσεις που έκανα τις πρώτες ημέρες κατά τις οποίες ήμουν υποχρεωμένος να κρατήσω κάποιες σημειώσεις σχετικές με τον χαρακτήρα του και τις συνήθειές του, είναι καταγεγραμμένες στο προσωπικό μου φάκελο, στο τμήμα της φύλαξης:

Ημέρα 1η
Ο Μοδέστος κοιμάται ελάχιστα. Οι ύπνοι του είναι σύντομοι σαν κοφτές ανάσες. Τις περισσότερες φορές  κοιμάται όρθιος ή καθιστός. Για δευτερόλεπτα. Με τα μάτια ανοιχτά. Υπάρχουν στιγμές που δείχνει σα να με βλέπει. Φυσικά και δεν μπορεί να με δει, αλλά τα μάτια του σταθεροποιούνται για λίγο στο σημείο όπου βρίσκομαι ,για  όσο ακριβώς διαρκεί ο παράδοξος ύπνος του. Η ματιά του έχει επίδραση ψύξης επάνω μου. Παγώνω. Παγώνω εγώ και όχι ο Μοδέστος. Είναι το πρώτο σημάδι ότι ο άνθρωπος τον οποίο μου ανατέθηκε να φυλάω έχει κάποια στριμμένη βίδα. Σκέφτομαι «ωραία». Και αναρωτιέμαι τι σημειώσεις θα κρατήσω.


Ημέρα 4η
Ο Μοδέστος τρώει πολλά μανιτάρια. Φαίνεται να έχει κάποια ψύχωση με τα μανιτάρια. Βγάζει πνιχτούς ήχους όταν τα καταπίνει, που δεν μπορώ να ξεχωρίσω αν είναι ήχοι απόλαυσης ή πνιγμού. Πίνει επίσης πολύ καφέ και δείχνει να έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τη μηχανή του καφέ. Το πλύσιμό της είναι ολόκληρη τελετουργία και δείχνει ιδιαίτερα προσηλωμένος όταν το κάνει. Μπήκα σε πειρασμό να σπρώξω το καπάκι από το χέρι του την ώρα του ξεβγάλματος αλλά ήταν ένας στιγμιαίος πειρασμός. Είναι ακόμη πολύ νωρίς. Κι επιπλέον δεν επιτρέπεται.

Ημέρα 5η

Ο Μοδέστος εργάζεται ως ταξιθέτης. Στο Εθνικό Θέατρο. Προτιμάει κυρίως τον εξώστη και πολλές φορές ζητάει να τον βάλουν εκεί, πράγμα που οι άλλοι ταξιθέτες δέχονται μάλλον ανακουφισμένα, προσμένοντας σε μεγαλύτερα φιλοδωρήματα. Στέκεται πάντα ακίνητος την ώρα που οι θεατές αρχίζουν να μπαίνουν στην αίθουσα,  και αμέσως μετά οι κινήσεις του γίνονται νευρικές και γρήγορες. Οδηγεί τον κόσμο στη θέση του και παίρνει πάντα ανέκφραστος τα φιλοδωρήματα. Είναι το ίδιο ανέκφραστος και όταν κάποιος δεν του δίνει φιλοδώρημα, ενώ οι συνάδελφοί του επιδίδονται σε κανονικό στόλισμα των σπαγκοραμμένων θεατών. Ίσως να μη δίνει τόση σημασία στα χρήματα όση δίνουν οι άλλοι.
Εχθές μια γυναίκα του έδωσε αντί για χρήματα, ένα μεταλλικό κουμπί. Εκείνος κόντεψε να πάθει καρδιακή προσβολή. Πέντε ημέρες τώρα που έχω γίνει σκιά του, δεν τον έχω ξαναδεί έτσι. Έχωσε γρήγορα το κουμπί στην αριστερή τσέπη του, δεν είπε τίποτα και σχεδόν έσπρωξε τη γυναίκα για να την οδηγήσει στη θέση της. Είδα καθαρά την ενόχλησή της.
image: Roland Topor

(συνεχίζεται)

Jul 21, 2014

Τα τρια σπίτια




Τα σπίτια είναι ένα μοτίβο που επανέρχεται συνεχώς στα όνειρά μου. Βρίσκονται σχεδόν σε όλα μου τα όνειρα. Στα εντυπωσιακότερα αυτών, το σπίτι είναι ζωντανό και με φυλακίζει μέσα του γεννώντας συνεχώς σκάλες, υπόγεια και δώματα. Εγώ αδυνατώ να βρω την έξοδο και μπλέκομαι όλο και περισσότερο μέσα τους, έχοντας την ασφυκτική αίσθηση ότι με καταπίνει ένα στομάχι. Ανεβοκατεβαίνω μπλε σκάλες που ξεφυτρώνουν παντού και φιλοξενούν  αγνώστους που κάθονται άνετα στις κουπαστές τους συζητώντας μεταξύ τους σε φιλικό τόνο. Όταν μπαίνω στο οπτικό τους πεδίο, ο ψηλότερος από αυτούς, πάντα ένας χλωμός τύπος με γυαλιά μυωπίας και μαύρα μαλλιά, στρέφεται προς το μέρος μου και μου δίνει οδηγίες για το πώς θα καταφέρω να βγω έξω. Οι οδηγίες του με ανακουφίζουν. Ο τρόπος που μου μιλάει δείχνει άνθρωπο που ξέρει τι να κάνει και τι να πει. «Είναι τόσο εύκολο» του λέω με ευγνωμοσύνη «σας ευχαριστώ πολύ» και με αυτοπεποίθηση μπαίνω στο επόμενο δωμάτιο για να διαπιστώσω πως πολύ γρήγορα έχω ξεχάσει τα πάντα. Πέφτω πάνω σε τοίχους, σκοντάφτω σε κλειστά πόμολα που με αναγκάζουν να ψάχνω τριγύρω για νέες κατευθύνσεις. «Την ανόητη» τον ακούω να λέει στους φίλους του που κρατούν διάφορα πιόνια από ένα σκάκι «Ποτέ δε θυμάται τι της λέω.» Οι υπόλοιποι γελούν κι εγώ βυθίζομαι με ντροπή ακόμη πιο μέσα, σε ένα άλλο επίπεδο κάτω από το σπίτι όπου ένα τρομακτικό σκότος περιμένει να συνθλίψει και το ελάχιστο ίχνος ηρεμίας που μου έχει απομείνει. Παραδόξως, αφού μείνω για λίγο ακίνητη,  ανακαλύπτω πως το σκοτάδι αρχίζει και γεννάει και αυτό άλλες μπλε σκάλες.

Δεν είναι ένα όνειρο αγωνίας. Δεν πετάγομαι ποτέ από τον ύπνο μου, ούτε το θυμάμαι με δέος το πρωί. Ακολουθώ τις ολοένα πολλαπλασιαζόμενες σκάλες αγόγγυστα από ένα σημείο και μετά, αισθανόμενη πως αυτό πρέπει να κάνω, πως η φυσική ροή των πραγμάτων για μένα περιλαμβάνει μπλε σκάλες που ξεφυτρώνουν από το πουθενά για να με κάνουν να στριφογυρνώ γύρω από τον ίδιο μου τον εαυτό σε μια αέναη ενάλλαγή αναβάσεων και καταβάσεων. Η έννοια της κατεύθυνσης χάνεται και αντιλαμβάνομαι πως δε με ενοχλεί καθόλου να περιφέρομαι αφού δέχομαι πια το γεγονός ότι βρίσκομαι σε ένα περίεργο είδος κουτιού το οποίο είτε αλλάζει διαρκώς το δικό του κέντρο βαρύτητας ή το δικό μου.

2ο σπίτι

Ένα άλλο τέτοιο όνειρο που επαναλαμβάνεται είναι το σπίτι με τη θάλασσα μέσα στο δωμάτιο. Είναι φθινόπωρο και ο καιρός είναι γλυκός. Αποφασίζω να ντυθώ για έναν περίπατο όμως ξαφνικά διαπιστώνω πως υπάρχουν νερά στο δωμάτιο. Σαν κάτι να έχει χυθεί. Τα νερά ανεβαίνουν και σταματούν στη μέση της γάμπας μου. Σκύβω και δίνοντας στην παλάμη μου το σχήμα κύτους τη βουτώ στο νερό και τη διασχίζω από τη μία άκρη στην άλλη σα να είναι πλεούμενο καραβάκι. Είναι θαλασσινό νερό με ένα ωραίο βαθύ μπλε χρώμα. Νοιώθω ευφορία αν και ξέρω πως πρέπει να ανησυχήσω. Τι δουλειά έχει η θάλασσα μέσα στο δωμάτιο; Μόνο και μόνο που το σκέφτομαι καταλαμβάνομαι από όψιμη έντονη νευρικότητα. Τσαλαβουτώ σα βατράχι, κάνοντας θόρυβο και πετώντας  με τα πόδια μου το νερό εδώ κι εκεί στην προσπάθεια να βρω τρόπο να το βγάλω έξω. Κάπου θα υπάρχει μια τρύπα όπου να μπορώ να το σπρώξω όλο σιγά σιγά. Κι αν δεν υπάρχει θα βρω μια σκούπα ή έναν κουβά. Έρχομαι γύρω γύρω λες και περιμένω το δωμάτιο να μου εμφανίσει από μόνο του όλα τα απαραίτητα σωστικά σύνεργα, όταν παρατηρώ έναν ηλικιωμένο άντρα να στέκεται όρθιος στη μέση του δωματίου. Είναι ευθυτενής με λευκά ίσια μαλλιά, όμορφο πρόσωπο και ντυμένος με ένα κοστούμι περιπάτου. «Πως μπήκατε μέσα;» αναρωτιέμαι. «Πολύ απλά» μου απαντά,  δείχνοντας να διασκεδάζει αρκετά με την ερώτηση «από το παράθυρο». Και μου δείχνει το ορθάνοιχτο παράθυρο το οποίο βλέπει στο δρόμο. Μα βέβαια. Το σπίτι είναι ισόγειο.  Σκαρφαλώνω το περβάζι και βρίσκομαι σε ένα μικρό κήπο. Είχα την εντύπωση ότι είναι φθινόπωρο όμως διαπιστώνω πως είναι καλοκαίρι. Ο κήπος είναι γεμάτος ξερά κίτρινα αγριόχορτα. Με συγκινεί να τον κοιτάζω με τη ματιά του εξωτερικού παρατηρητή. Μοιάζει σαν κάποιος πίνακας του Βαν Γκογκ. 

Ο άγνωστος με έχει ακολουθήσει. Στεκόμαστε δίπλα δίπλα σα ζευγάρι που επιθεωρεί την ιδιοκτησία του, αποφασίζοντας ποιες δουλειές πρέπει να γίνουν. «Θα σας συμβούλευα να μη βγάλετε τα νερά έξω από το δωμάτιο». «Γιατί;» τον ρωτάω απότομα, «τι σας κάνει να πιστεύετε πως θέλω το δωμάτιό μου να είναι γεμάτο νερό;». «Ακούστε» μου απαντάει χαμογελώντας «όταν είδατε τα ξερά χόρτα έξω από το σπίτι σας, αντί να εκνευριστείτε όπως θα έκανε όλος ο κόσμος, σας άρεσαν γιατί σας έφεραν στο νου έναν ζωγράφο. Αυτό με βεβαιώνει πως χρειάζεστε οπωσδήποτε το νερό στο χώρο σας και βγήκα εδώ έξω μαζί σας για να σας δείξω κάτι. Κοιτάξτε λίγο προσεκτικά το σπίτι.» Κάνω μηχανικά ό,τι μου λέει αλλά είναι σα να μη συγκρατώ τις γραμμές και το σχήμα του του σπιτιού. Σαν η μορφή του να μπαίνει κατευθείαν στο οπτικό νεύρο των ματιών μου για να σχηματοποιηθεί σε κλάσματα του δευτερολέπτου σε κάτι ρευστό που απλώς κυλάει στο υπόλοιπο σώμα μου και μετά φεύγει έξω από αυτό. Το μόνο που καταφέρνω να δω πιο προσεκτικά είναι πως το παράθυρο του δωματίου μου είναι πολύ μεγάλο και δείχνει όμορφο με την άσπρη κάσα του. «Πολύ ορθογώνιο» του λέω μόνο. 

Θυμάμαι πως το ορθογώνιο είναι το μόνο σχήμα που με ηρεμεί από τότε που ήμουν παιδί, σε αντίθεση με τους κύκλους και τα τρίγωνα τα οποία μεταφέρουν την απειλή μιας τιμωρίας. Τα τετράγωνα είναι ανόητα και οι ρόμβοι εκπέμπουν την  τελειότητα εκείνη η οποία υπονοεί το θάνατο. «Μπορείτε να χρησιμοποιείτε το παράθυρο και σαν πόρτα. Ξέρω βέβαια πως υπάρχει πόρτα, αλλά μόνο και μόνο για αυτό αξίζει να το χρησιμοποιείτε έτσι, τι λέτε; Σας διασκεδάζουν τα όσα λέω;» Δεν του απαντώ ποτέ στο όνειρο, όμως ξαναμπαίνω από το παράθυρο μέσα στο δωμάτιο. Στέκομαι στο κέντρο και νοιώθω το νερό καθαρό να χαϊδεύει τα πόδια μου. Μου αρέσει η κρύα αυτή αίσθηση πάνω στο δέρμα μου. «Νομίζω δεν έχετε αντιληφθεί ότι το σπίτι αυτό είναι ένα καράβι» ακούω τον άντρα να μου λέει καθώς έρχεται πίσω μου. «Και πλέουμε στον ωκεανό αυτή τη στιγμή;» τον ρωτώ. «Όχι, όχι στον ωκεανό, αλλά οπωσδήποτε σε κάποια θάλασσα. Έπρεπε να είχατε προσέξει πως το χρώμα του παραθύρου σας είναι ολόλευκο κι επιπλέον είναι ένα παράθυρο δίχως παραθυρόφυλλα, ακριβώς όπως τα παράθυρα στα πλοία» Κουνώ το κεφάλι μου καταφατικά σαν όλα αυτά να ήταν μπροστά στα μάτια μου για πολύ καιρό κι εγώ στεκόμουν ανίκανη να τα προσέξω. Ο άντρας μου ζητάει συγγνώμη και μου λέει ότι πρέπει να αναχωρήσει γιατί τον περιμένουν αλλού. «Ποιος είστε;» «Η θάλασσα» απαντά χαμογελώντας πριν σκαρφαλώσει στο παράθυρο «και ξέρω πως  χαίρεστε που το σπίτι σας είναι ένα καράβι» Καταλαμβάνομαι από μια τόσο έντονη αίσθηση ευδαιμονίας η οποία πάντα με αναγκάζει να ξυπνώ.

3ο σπίτι

Αυτό είναι ένα όνειρο με εντυπωσιακά χρώματα. Όλα μου τα όνειρα  χαρακτηρίζονται από εντυπωσιακά χρώματα αλλά αυτό είναι σα σφηνώνει κάθε φορά μια ζωηρά αποτυπωμένη φωτογραφία στο κεφάλι μου. Την έχει τραβήξει ένας εξαιρετικός φωτογράφος που γνωρίζει πώς να κεντράρει με τον καλύτερο τρόπο το αντικείμενό του, ξέρει πώς ακριβώς πρέπει να το φωτίσει και πώς να αναδείξει τις πιο έντονες αποχρώσεις του για να μπορέσει να καθηλώσει αμέσως αυτόν που θα την κοιτάξει. 
Anna & Elena Balbusso


Είμαι μόνη μου μέσα σε ένα παλιό σπίτι, το οποίο μου προκαλεί ένα καλοδεχούμενο συναίσθημα ηρεμίας. Ανασαίνω αργά σα να προσπαθώ να συντονίσω το χτύπο της καρδιάς μου με την καρδιά του σπιτιού. Τα σκούρα μπλε παραθυρόφυλλα, εξαιρετικά μακρόστενα, μοιάζουν με αυστηρές άκαμπτες μορφές που περιμένουν αποφασισμένα για κάτι. Τα πατώματα είναι φτιαγμένα από  καλό, ακριβό ξύλο και τα ψηλά ταβάνια δημιουργούν την εντύπωση πολλών ιπτάμενων θόλων στο χώρο. Γύρω μου  λευκές πόρτες με εντυπωσιακά μαντεμένια πόμολα οδηγούν σε διαφορετικούς διαδρόμους. Ένα είναι σπίτι σαν αυτά τα παλιά αρχοντικά που υπάρχουν διάσπαρτα σε πολλά σημεία της υπαίθρου, λίγο αφημένα, λίγο ζωντανά, σα να παραπαίουν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας μόνο και μόνο για να προκαλούν το θαυμασμό.

Κάθομαι στο πάτωμα και διαβάζω μέσα σε τέλεια ησυχία. Ακούω μονάχα τις σελίδες να γυρίζουν και το πάτωμα να τρίζει κάθε τόσο σα να προσπαθεί να ψιθυρίσει . Μέσα στο όνειρό μου είμαι βέβαιη πως αυτό το συγκεκριμένο σπίτι θέλει να μιλήσει, αλλά το αγνοώ. Έχω ήδη διαλέξει την ηρεμία της ανάγνωσης και το σπίτι δεν πρόκειται να με ενοχλήσει. Συνεχίζω να διαβάζω, να διαβάζω, να διαβάζω, το όνειρο είναι μια αιωνιότητα ανάγνωσης, ώσπου ακούω το κελάρυσμα τρεχούμενου νερού. Σκέφτομαι πως κανονικά πρέπει να βγω έξω για να δω από πού προέρχεται αυτός ο ξαφνικός θόρυβος αλλά δε θέλω, μέχρι που αισθάνομαι καθαρά το ίδιο το σπίτι να με σηκώνει όρθια με τη βία σχεδόν και να με σπρώχνει προς τα έξω σα να θέλει κάτι από μένα. Κλείνω την πόρτα πίσω μου, απομακρύνομαι λίγα βήματα, όταν αποφασίζω να γυρίσω την πλάτη μου. Αυτό που αντικρύζω με συγκλονίζει και εντυπώνεται σαν εικόνα μέσα μου με τον τρόπο που ένας γλύπτης χαράζει το εσωτερικό ενός μαρμάρινου δοχείου. Ώρες μετά τον ύπνο αδυνατώ να τη βγάλω από μέσα μου.

Βλέπω το σπίτι κομμένο στα δυο, σχισμένο στην κυριολεξία από ένα θεόρατο κορμό δέντρου, με βιβλικές διαστάσεις, ο οποίος υψώνεται τεράστιος προς τον ουρανό, έχοντας ζωή και δύναμη που δεν έχω ξανασυναντήσει ποτέ. Χωρίζει το σπίτι στη μέση, σαν υπερφυσική λεπίδα, κατά μήκος και κατά πλάτος, ξεπηδώντας ορμητικό από τα  θεμέλια βάθη του ίδιου του σπιτιού, έχοντας εισβάλλει μέσα του με έναν τόσο άγριο τρόπο που μου κόβει τα γόνατα. Στη μέση του υπάρχει μια αχανής κουφάλα από την οποία αναβλύζει ένας ασυγκράτητος καταρράκτης πεντακάθαρου νερού. Ο καταρράκτης χύνεται μπροστά από το σπίτι, δίχως όμως τα νερά να το βρέχουν. Στέκομαι άφωνη, μην μπορώντας να συνειδητοποιήσω τι βλέπω. Ένα σφοδρό αίσθημα χαράς με κατακλύζει, χαρά επιθετική που θέλει να ξεσπάσει παρανοϊκά και δίχως κανένα όριο. Βουτώ έξαλλα τα πόδια μου μέσα στο νερό και κατευθύνομαι προς το δέντρο. Σε αυτό το σημείο ξυπνώ. Ποτέ δεν μπορώ να προχωρήσω το όνειρο πιο πέρα, όσο και να το επιθυμώ. Ποτέ δεν μπορώ να γνωρίσω τι κρύβεται πίσω από το νερό, μέσα στο χαώδες στόμα του δέντρου.

Dec 26, 2013

Μεταμεσονύχτια Μπισκότα

Το παρακάτω διήγημα δημοσιεύθηκε μεταφρασμένο στα Αγγλικά στο περιοδικο Apogee τApogee της Νεας Υόρκης



Κάθε βράδυ περιμένω μπροστά από το παράθυρο της κουζίνας. Βλέπει στον δρόμο. Είναι ένα παράθυρο που παρακολουθεί όλη την κίνηση της οδού Χέρδων και είναι τόσο χαμηλό ώστε πολλοί άνθρωποι το χαϊδεύουν άθελά τους όταν στέκονται εκεί για λίγο, φτιάχνοντας το παπούτσι τους ή μιλώντας στο κινητό τους. Είμαι μισή ώρα εδώ και ακόμη δεν έχει περάσει. Μισή ώρα καθυστέρηση. Αισθάνομαι νευρική. Συνήθως δεν αργεί. Το ρολόι με την πράσινη κουκουβάγια μωρό δείχνει δύο και μισή μετά τα μεσάνυχτα. Αν περάσει λίγη ακόμη ώρα θα πρέπει να κλάψω. Θυμωμένα και λυπημένα μαζί. Όποιος νομίζει ότι είναι εύκολο, μπορεί μόνο να το νομίζει. Οι άνθρωποι πολλά νομίζουν αλλά λίγα δοκιμάζουν. Εγώ δοκιμάζω πολλά. Δε φοβάμαι εύκολα αλλά πιστεύω πως δεν έχω και πολύ μυαλό. Ο συνδυασμός αυτός δε με ενοχλεί όσο ενοχλεί τη Λωένια αλλά δεν έχω χρόνο να σκέφτομαι τι θέλει η Λωένια. Καλά θα έκανε να είχε βρει κάποιον και να είχε ξεκουμπιστεί από το σπίτι μου. Η Λωένια καταλαμβάνει το χώρο μου και τρώει την ψυχή μου. Ψάχνω με τα μάτια μου μες στο σκοτάδι και τραβώ το σκαμπώ μου πιο κοντά στο παράθυρο. Είμαι κρυμμένη πίσω από τις κουρτίνες. Κανείς δεν μπορεί να με δει, όχι ότι κυκλοφορεί και κανένας τέτοια ώρα, αλλά εγώ μπορώ να δω πολύ καλά τα πάντα καθώς η κουρτίνα έχει λεπτή πλέξη σε τετραγωνάκια, σαν επιτραπέζιο παιχνίδι. Θα μπορούσα να περιμένω όλο το βράδυ εδώ, όμως νοιώθω κουρασμένη. Δεν υπάρχουν πολλά αυτοκίνητα έξω. Το αυτοκίνητο του γιατρού είναι παρκαρισμένο απέναντι από την πόρτα μου. Ένα μεγάλο τζιπ με δερμάτινα καθίσματα και ηλιοροφή. Όταν με είχε βγάλει έξω για φαγητό έσκισα κατά λάθος το δέρμα της καρέκλας με την καρφίτσα της ζώνης μου. Είχε χλωμιάσει αλλά κατάφερε να χαμογελάσει ευγενικά και να μου πει πως δεν πειράζει, να μην ανησυχώ, σιγά το πράγμα. Δεν ξαναβγήκαμε μαζί. Ήταν ένα ήσυχο βράδυ, στο εστιατόριο κοιτούσαμε σιωπηλοί ο ένας τον άλλον. Ήμουν πιο σιωπηλή από εκείνον και αυτό τον εξουθένωσε. Μου μίλησε για τη θεραπεία μου και μου εξήγησε σε πόσο καλό σημείο βρισκόμουν πια και πόσο χαρούμενος ήταν για μένα. Μου εξήγησε πως δε βγάζει όλους τους ασθενείς του για φαγητό αλλά πως εμένα με συμπαθούσε ίσως λίγο παραπάνω από τους άλλους. Ήμουν ένας ιδιαίτερος άνθρωπος, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω Αρκάτη; Τον είχα κοιτάξει αμίλητη και συνέχισα να τρώω το φαγητό μου. Γέμισα το στόμα μου με μια μεγάλη μπουκιά μοσχαράκι μανιτάρια με σος Γούρστερ και όταν κατάπια του είπα: « Η γεύση είναι θεϊκή. Μου αρέσει πολύ το μοσχαράκι μαγειρεμένο έτσι». Ήταν από τις μεγαλύτερες φράσεις μου εκείνο το βράδυ.

Ένας θόρυβος μόλις ακούστηκε από τον επάνω όροφο. Κάτι έπεσε πάνω στο πάτωμα και είμαι σίγουρη πως ήταν το ραβδί της Κλου. Τη λέω Κλου γιατί μου θυμίζει ένα κουκλάκι που είχα μικρή. Ένα σατανικό κουκλάκι μέσα στο οποίο πίστευα ότι κατοικούσε ο ίδιος ο διάβολος ή κάποιο κακό πνεύμα. Η Κλου είναι κομψή και ευγενική. Φοράει πάντα πανάκριβα καπέλα και μοντέρνες εσάρπες με διάφορες παραστάσεις, σε μια από αυτές υπήρχε σκιτσαρισμένο το σύμπλεγμα δυο γυμνών αντρών. Τα πόδια του ενός μπλέκονταν με τα πόδια του άλλου και τα κεφάλια τους ακουμπούσαν σε μια συνομωτική στάση σαν ο ένας να ψιθύριζε κάτι στο αυτί του άλλου. Το είχα κοιτάξει με μεγάλη προσήλωση όταν το είχα πρωτοδεί και η Κλου είχε ξεσπάσει σε γέλια : « Μα τω Θεώ χρυσό μου, δεν έχεις ξαναδεί γυμνό άντρα;» Και μετά έσκυψε προς το μέρος μου μουρμουρίζοντας μια αισχρή λέξη που με είχε ταράξει. Η Κλου όταν δεν την ακούει κανείς βρίζει με τη μεγαλύτερη δεξιοτεχνία που μπορεί κάποιος να φανταστεί. Εφευρίσκει καινούριες βρισιές ή εμπλουτίζει τις παλιές και το κάνει με τον φυσικότερο τρόπο. Πολλές φορές τα απογεύματα, όταν οι επισκέψεις της σταματούν, την ακούω να λέει διάφορες βωμολοχίες με τον ίδιο τρόπο που σου λέει «Καλημέρα χρυσό μου». Απευθύνεται στις ηλεκτρικές συσκευές της, στους τοίχους, στα πορσελάνινα διακοσμητικά, στα καπέλα της και στα σταχτοδοχεία. Ως και στον εαυτό της. «Κλου είσαι μεγάλη πόρνη» «Κλου τον παίρνεις» «Κλου γαμήσου» λέει στο ειδωλό της καθώς βάζει κραγιόν στον καθρέφτη. Όταν της πέφτει το μπαστούνι την ακούω να αγκομαχά καθώς σκύβει να το πιάσει. Η Κλου κουτσαίνει από το αριστερό της πόδι, δεν ξέρω αν γεννήθηκε έτσι ή αν το έπαθε από κάποια ασθένεια και δεν την έχω ρωτήσει, δε με ενδιαφέρει και πολύ. Έχει την ηλικία που θα είχε η γιαγιά μου αν ζούσε. Αρχαία.

Πρέπει να περιμένω για λίγο ακόμη. Είμαι σίγουρη πως θα περάσει κι ας έχει καθυστερήσει. Πάντα περνάει. Αν ήταν καλοκαίρι θα άνοιγα το παράθυρο και αυτό θα έκανε την προσμονή ευκολότερη. Μπορεί να έχει μπλέξει σε κάποιον καυγά ή να έχει ξεχαστεί ψάχνοντας για φαγητό. Δεν είναι πάντα εύκολο εκεί έξω. Σήμερα του έχω κρατήσει δύο μεγάλα μπισκότα. Με γεύση και σχήμα κοτόπουλου. Τρελαίνομαι να βλέπω πόσο ευχαριστιέται όταν με βλέπει πίσω από το παράθυρο. Η Λεώνια πιστεύει πως δεν έχω θεραπευθεί και πως ο γιατρός του ρετιρέ δεν έκανε απολύτως τίποτα, είναι ένας γιατρός άχρηστος, ήθελε μόνο να κοιμηθεί μαζί μου. Μια μέρα της είπα πως δε χρειάζομαι καμία θεραπεία, πως είμαι καλύτερα από ότι εκείνη αλλά θύμωσε τόσο πολύ που με χτύπησε με ένα βιβλίο στο πρόσωπο. Και δε μου μιλούσε για ένα μήνα.  Και παρόλο που δεν τη συμπαθώ καθόλου, άρχισε να μου λείπει. Τη Λεώνια τη βλέπω μόνο εγώ. Αυτό ξέχασα να το πω. Η Κλου μια μέρα που κατέβαζα τα σκουπίδια μου ψιθύρισε στο αυτί πως η Λεώνια είναι μια βρωμιάρα που μόνο οι γάτοι γυρίζουν να την κοιτάξουν κι αυτό μόνο και μόνο επειδή τους ταϊζει. Εκείνη τη στιγμή κατέβηκε και η Όλγα, η φοιτήτρια χημείας του τέταρτου.  «Καλημέρα Όλγα, ω σε ευχαριστώ πολύ γλυκιά μου, είναι Hermes το αγόρασα πριν 2 χρόνια στο Παρίσι, να δώσεις τους χαιρετισμούς μου στη μαμά σου, είσαι χάρμα οφθαλμών σήμερα, καλημέρα αγάπη μου καλημέρα!». «Γεια σου Κλου σε ευχαριστώ» είπε η Όλγα και αγνοώντας με βγήκε έξω με μικρά χοροπηδηχτά βηματάκια.  Η Όλγα με κάνει να ντρέπομαι. Όταν τη βλέπω αισθάνομαι άσχημη και άχαρη παρόλο που ο γιατρός λέει πως είμαι  πραγματική οπτασία. Είναι πάντα νέα, πάντα χαρούμενη, πάντα ντυμένη με τα πιο όμορφα ρούχα. Και έχει το σωστό ύφος που μια τέτοια κοπέλα θα έπρεπε να έχει. Συγκαταβατική απλότητα. Προς όλους. Μόνο εγώ φαίνεται πως την εξαγριώνω. Δε μου μιλάει ποτέ. Η Λεώνια είναι βέβαια πως η Όλγα θέλει να κοιμηθεί με τον γιατρό αλλά αυτός για κάποιον ανεξήγητο λόγο δε θέλει. Η αμηχανία μου όταν τη βλέπω λειτουργεί για αυτήν σαν κόκκινο πανί. «Όλγα» τη ρώτησα μια μέρα «δε με συμπαθείς;» «Άντε γαμήσου τρελλάρα» ήταν το μόνο που μου είπε. Από τότε την αποφεύγω και η ντροπή μου απέναντί της έχει μεγαλώσει.
Τακτοποιώ καλύτερα τα μπισκότα στο πιατάκι. Τα έχω βάλει  αντικριστά. Δυο κοτοπουλάκια που κοιτούν το ένα το άλλο. Με διασκεδάζει να τα βλέπω. Ψωνίζω μπισκότα μια φορά την εβδομάδα. Διαφορετική γεύση κάθε φορά. Κοτόπουλο, Μοσχάρι, χοιρινό, ψάρι. Τα αγαπημένα του είναι τα τελευταία αλλά αυτή η εβδομάδα ήταν η εβδομάδα του κοτόπουλου. Στο πατρικό μου σπίτι τρώγαμε κοτόπουλο κάθε Πέμπτη. Κοτόπουλο στη σχάρα με τηγανητές πατάτες, κοτόπουλο στην κατσαρόλα με λαζάνια, κοτόπουλο με κρέμα γάλακτος, κοτόπουλο με κάρυ και σταφίδες, κοτόπουλο στο φούρνο με ζωμό μπύρας. Παίρνω το κουτί πάνω από το τραπεζάκι και το μυρίζω. Όπως πάντα μια πολύ έντονη μυρωδιά σα λιωμένα σκουπίδια μου χτυπά τη μύτη. Αηδιαστική για μένα. Βάζω το χέρι μου μέσα και παίρνω ένα. Το κόβω σιγά με τα δόντια μου και το μασάω αργά. Δε θα ήταν τόσο άσχημο αν δεν είχε αυτή τη μυρωδιά. 

image: Augustus John

Nov 24, 2013

Οι αλλαγές άρχισαν από την κουζίνα



Ο εστιάτορας  Μπλουχτούντεν αποφάσισε να επιβάλλει τους δικούς του κανόνες στους πελάτες του. Αρκετά είχε ανεχτεί τις αγενείς συνήθειές τους, τα ρεψίματά τους, τα κρυφά φτυσίματα μέσα στις βαθυκόκκινες πετσέτες του, τα αηδιαστικά πλαταγίσματα της γλώσσας τους όταν δοκίμαζαν τα ακριβά κρασιά του και τους βορβορυγμούς των στομαχιών τους.  Πρωί πρωί της Τρίτης  κρέμασε μια ταμπέλα έξω από το εστιατόριο: « Όποιος μπαίνει θα τρώει δίχως να μιλά. Μόνο θα ανασαίνει. Όποιος προφέρει μισή συλλαβή κατά τη διάρκεια του γεύματός του θα οδηγείται προς την έξοδο. Η ημέρα της σιωπής  θα εφαρμοστεί  κάθε Τρίτη ξεκινώντας από σήμερα, 17 Οκτωβρίου 2013».  Ο γιος του ήταν σίγουρος πως τρελάθηκε, αυτό ήταν καθαρή επιχειρηματική αυτοκτονία, αρνείται να συμμετέχει σε αυτήν την παράνοια, παραιτείται. Σύντομα όμως φάνηκε το οικτρό του λάθος. Τις Τρίτες  αρχισαν να σχηματίζονται ολόκληρες ουρές από πελάτες έξω από την κεντρική είσοδο του εστιατορίου. Η παράλογη απαίτηση του εστιάτορα είχε γίνει, όπως φάνηκε, θέμα συζήτησης στην πόλη με ποικίλα σχόλια.  Καλοντυμένοι άνθρωποι με πολύ κομψά ρούχα περίμεναν υπομονετικά στη σειρά για να έρθει η σειρά τους να φάνε μέσα σε απόλυτη σιωπή.

«Αυτός ο Μπλουχτούντεν είναι τόσο παράξενος. Πολύ μου αρέσει!» έλεγε η μία κυρία στην άλλη «Είναι Γερμανός, οι Γερμανοί είναι πάντα εκκεντρικοί! Όταν είχα πάει στη Γερμανία είχα τύχει σε ένα φεστιβάλ όπου όλοι περπατούσαν ανάποδα, μπορείς να το φανταστείς αυτό; » «Θαυμάσια ιδέα» αναφωνούσε κάποιος «Αυτές είναι ιδέες, τι τα θες, ποιος θα τολμούσε από τη δική μας χώρα να σκεφτεί αλλά κυρίως να εφαρμόσει μια τέτοια ιδέα! Είμαστε άτολμοι και δίχως φαντασία!» «Φυσικά και είμαστε άτολμοι, για αυτό δεν ονομαζόμαστε Μπλουχτούντεν αγαπητέ μου».

Οι Τρίτες της σιωπής ήταν οργανωμένες με ένα πολύ ιδιαίτερο πρόγραμμα το οποίο τηρούνταν ευλαβικά. Ο σερβιτόρος έπαιρνε παραγγελία στα βουβά, παραδίδοντας απλώς τον κατάλογο στον πελάτη και περιμένοντας. Ο πελάτης κινούσε το δάχτυλο πάνω κάτω δεξιά και αριστερά  δείχνοντας τι ακριβώς επιθυμούσε από το μενού, ο σερβιτόρος υποκλινόταν ελαφρώς και σε λίγο ξαναγύριζε για να σερβίρει μέσα στην ίδια ησυχία. Τα πιάτα ακουμπούσαν σα βαμβάκι πάνω στο τραπέζι. Τα ποτήρια σα μετάξι και τα μαχαιροπήρουνα σα βελούδο. Αυτές ήταν οι ακριβείς οδηγίες του Μπλουχτούντεν. Βαμβάκι, μετάξι, βελούδο. Ο πελάτης ήταν υποχρεωμένος να φάει δίχως να βγάλει κανέναν ήχο. Δεν επιτρέπονταν τα ρουφήγματα στις σούπες, ούτε τα κριτσανίσματα στις μπριζόλες. Τα μακαρόνια έπρεπε να μασηθούν σε απόλυτη σιωπή και τα ψάρια έπρεπε να καθαριστούν δίχως να ακουστεί ούτε ένα κρακ από τη ραχοκοκαλιά τους. Αν κάποιος ήχος ξέφευγε, τότε ο ίδιος ο Μπλουχτούντεν αυτοπροσώπως πήγαινε στο τραπέζι και μάζευε τα πιάτα δίχως να πει τίποτα άλλο. Οι πελάτες έφευγαν κάτω από τη γενική βωβή αποδοκιμασία των υπολοίπων αισθανόμενοι ένα είδος ντροπής το οποίο δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν και μια αμηχανία που τους έκανε να σκύβουν το κεφάλι προσποιούμενοι ότι κοιτούν με προσήλωση τα μπερδεμένα μοτίβα της μοκέτας η οποία ξαφνικά φάνταζε πολύ ενδιαφέρουσα.

Γρήγορα το εστιατόριο είχε τόσους πελάτες τις Τρίτες που αναγκάστηκε να φτιάξει μια λίστα αναμονής. Όλη η πόλη είχε ξετρελαθεί με τα σιωπηλά γεύματα. Σύντομα και οι γύρω πόλεις. Ο γιός του εστιάτορα Μπλουχτούντεν όχι μόνο επέστρεψε στη δουλειά αλλά πίεζε τον πατέρα του να καθιερώσουν και άλλες μέρες σιωπής. Είναι τρελός, θα γίνουν πολυεκατομμυριούχοι, για ποιο λόγο να έχουν λίστα αναμονής όταν μπορούν να έχουν κάθε μέρα μια μέρα σιωπής; Δε βλέπει πόσο ξετρελαμένος είναι ο κόσμος ; Όφειλε να παραδεχτεί ότι έκανε λάθος όταν πίστεψε ότι αυτή η τρελή ιδέα θα τους καταποντίσει επιχειρηματικά. Ο κόσμος αρέσκεται στην τρέλα, πάει και τελείωσε. Κι αυτοί για αυτό είναι εκεί. Για να τους προσφέρουν αυτό που τους αρέσει. Όμως οι ικεσίες του, οι παρακλήσεις του, οι απειλές του, έπεφταν πάνω σε τοίχο. Ο εστιάτορας ήταν αποφασισμένος να μην κάνει καμία αλλαγή στο πρόγραμμά του. Η Τρίτη της σιωπής είχε κατορθώσει να μαλακώσει τους τραχείς τρόπους των πελατών του κάτι που συνεχίζονταν και τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας. Οι πελάτες έμπαιναν μέσα στο εστιατόριο σχεδόν ευλαβικά, σα να έμπαιναν σε κάποιο ναό. Μιλούσαν χαμηλόφωνα, μουρμούριζοντας εντυπωσιασμένοι για τους διάσημους θαμώνες που την προηγούμενη μέρα είχαν γευματίσει στο ίδιο τραπέζι όπου τώρα κάθονταν αυτοί και εξυμνώντας την ανωτερότητα του χώρου αλλά και του ιδιοκτήτη του. Οι τρόποι τους άρχισαν να εξευγενίζονται και φρόντιζαν να μη φτύνουν στις χαρτοπετσέτες τους, ούτε να ρεύονται κρυφά και καταπιεσμένα. Έμαθαν πώς να παγιδεύουν στο στομάχι τους το ύπουλο αέριο πριν σκαρφαλώσει στον οισοφάγο τους απαιτώντας έξοδο. Ακόμη και οι γλώσσες τους λειάνθηκαν σταματώντας να χτυπάνε σα μηχανάκια την ώρα που μασούσαν ή κατάπιναν. Ο Μπλουχτούντεν ήταν πολύ ικανοποιημένος με αυτήν την εξέλιξη και δεν επιθυμούσε να αλλάξει τίποτα. Του αρκούσε που οι θαμώνες είχαν μεταμορφωθεί από ζώα σε ανθρώπους όπως έλεγε. Και αν κάποιος ήταν λίγο παρατηρητικός θα έβλεπε πως παράλληλα με την αλλαγή των πελατών ήρθε και η αλλαγή του ίδιου του Μπλουχτούντεν. Ανεπαίσθητη στην αρχή, εντονότερη όσο περνούσε ο καιρός. Οι αλλαγές άρχισαν από την κουζίνα. Όσο οι πελάτες του έτρωγαν σιωπηλά και αριστοκρατικά τις φτερούγες κοτόπουλου ή δοκίμαζαν με βωβή ευχαρίστηση τη σως τρούφας, εκείνος ξεκοίλιαζε με τα χέρια το επόμενο κοτόπουλο ή έχωνε όσο πιο βαθιά γινόταν τα δάχτυλά του στη ζύμη της κρέπας αρνούμενος να χρησιμοποιήσει το ειδικό μηχάνημα ή έστω γάντια.
Ήρθε η μέρα που χαστούκισε έναν από τους βοηθούς του γιατί του είπε πως δεν πρέπει να ξύνει το κεφάλι του πάνω από το μίγμα της κρέμας γάλακτος για τα μακαρόνια φούρνου. Ο βοηθός πρώτα έτριψε έκπληκτος το μάγουλό του και μετά τον κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα. Ο Μπλουχτούντεν είχε γίνει μάλλον υπερβολικά εύθικτος αλλιώς τίποτα δεν μπορεί να δικαιολογήσει το γεγονός ότι άρπαξε το μαχαίρι με το οποίο έκοβαν τα τυριά και το κόλλησε στην καρωτίδα του άτυχου Βακίδιου.


_Βακίδιε, ήρθαν οι τελευταίες σου ώρες εδώ μέσα. Την επόμενη φορά που θα με ξανακοιτάξεις έτσι θα σου κόψω το λαιμό πέρα πέρα. 

Ο γιος του προσπάθησε να τον εμποδίσει αλλά αντέδρασε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Τώρα είχε σημαδέψει δυο καρωτίδες και τις θυμόταν πολύ καλά και τις δύο. Πόσο τρυφερές ήταν και πως ασφυχτιούσαν σα ζαλισμένα ζωάκια κάτω από το μαχαίρι του ροκφόρ. Έφτυσε μέσα στη ζύμη για το κέικ σταφίδας και έτριψε χαρούμενος τα χέρια του. Μια πρωτόγνωρη ενέργεια είχε κατακλύσει κάθε φλέβα του ισχνού του σώματος. Αισθανόταν πως ήθελε να αρχίσει να χοροπηδάει από τραπέζι σε τραπέζι σαν τεράστιο ορθόπτερο, την ώρα που οι πελάτες του απολάμβαναν σε κατάνυξη το νέο πιάτο πάπιας με καραμελωμένο αχλάδι. 

Είμαι, ήμουν;

Για δεκαετίες ήμουν μια γυναίκα ύψους 1,80. Ύψος καθορισμένο, ύψος επίσημο, ύψος εγκεκριμένο από γιατρούς, από μεζούρες, από την ίδια την τ...