Jul 14, 2019

Θωρηκτό Βαρσανουφία 2




Η Αρλέττα δεν ταράχτηκε. Ήταν μαθημένη σε τέτοιου είδους επιθέσεις. Και δεν την ενδιέφεραν καθόλου. Αυτή περνούσε καλά, διασκέδαζε κάθε ημέρα, είχε μια ζωή άνετη πολλές φορές από τη γενναιοδωρία των εραστών και φίλων της, τις περισσότερες από την γερή κληρονομιά που τους άφησε ο πατέρας τους. Η ανιψιά της ήταν ένα δυστυχισμένο θεόχοντρο πλάσμα που τη ζήλευε.

«Βρε κοριτσάκι μου» νιαούρισε, «τουλάχιστον εγώ υπάρχει περίπτωση να πάρω ακόμη και τα κάγκελα. Εσύ τι θα πάρεις έτσι όπως έχεις καταντήσει τον εαυτό σου Διάνα μου; Ποιος άντρας θα γυρίσει να σε κοιτάξει έτσι αγάπη μου; Γιατί μωρό μου το κάνεις αυτό στον εαυτό σου; Πρέπει να βάλεις ένα στοπ, τα έχουμε ξαναπεί αυτά.»


Η Βαρσανουφία προτιμούσε χίλιες φορές τις προσβολές παρά τις ηθικοπλαστικές συζητήσεις και συμβουλές για το τι όφειλε να κάνει. Τα «κτήνος» «τέρας της φύσης» «ιπποπόταμε» «βούβαλε» ήταν τουλάχιστον έντιμα. Τα μωρό μου, κοριτσάκι μου, αγάπη μου, Διάνα μου, έκαναν το ολοστρόγγυλο σώμα της να σείεται εσωτερικά από κρυφή οργή. Αν ήθελε να φάει σα να μην υπάρχει αύριο, θα έτρωγε σα να μην υπάρχει αύριο. Αν ήθελε να ζυγίζει ένα τόνο θα ζύγιζε ένα τόνο. Το πρόβλημα ήταν δικό της, αν ήταν στα αλήθεια πρόβλημα. Δεν ήταν απολύτως σίγουρη ότι αυτό που οι άλλοι έβλεπαν ως πρόβλημα, αποτελούσε πρόβλημα για την ίδια. Πολλές φορές αρέσκονταν να κοιτάζει τον τεράστιο όγκο του σωματός της στον καθρέπτη, δεν ήταν και τόσο άσχημο όσο προσπαθούσαν να την πείσουν. Είμαι ολόλευκη σκεφτόταν, σα λαχταριστό ωραίο ζυμάρι, έχω λίπος όσο τρεις άνθρωποι μαζί, ελάχιστοι άνθρωποι στον κόσμο είναι τόσο χοντροί όσο εγώ, γιατί αυτό να μην είναι μια ιδιότητα αξιοζήλευτη; Το λίπος ζεσταίνει την καρδιά του ανθρώπου έλεγε η γιαγιά της, φάε λίγο ξυγκάκι κοριτσάκι μου να ζεσταθούν τα μέσα σου, μμμ, ε;; Ειδες τι νόστιμο που είναι; Έλα πάρε και λίγο σαλτσούλα να το βουτήξεις μέσα, γίνεται ακόμη πιο ζεστό, να πάρε και πετσούλα, πω πω τι θα φάει η ομορφούλα μας, άσε τη μαμά να γκρινιάζει, η μαμά όλο λούσα και βόλτες ξέρει, τίποτα άλλο. Η ομορφούλα δε χωρούσε στην παιδική καρέκλα, ουτε καν στις καρέκλες των μεγάλων, όλο της το σουλούπι έμοιαζε με μικρό ελεφαντάκι, οι παιδικές της γάμπες ήταν σα δωρικές κολώνες. Κι έτσι η  Βαρσανουφία μεγάλωνε και γινόταν όλο και πιο ζεστή μέσα της, τα μαγουλά της κοκκίνιζαν και η θέρμη του φαγητού ήταν το μόνο πράγμα που την έκανε χαρούμενη και να νοιώθει στο στοιχείο της.


Που αλλού μπορεί να κρύβεται η ευτυχία αν όχι βαθιά μέσα στην κρούστα ενός ξεροψημένου γουρουνούπουλου και μιας φουσκωμένης μπαγκέτας ψωμί βουτηγμένη στην πιο νόστιμη σως του κόσμου που μόνο η ίδια γνώριζε να κατασκευάζει, ανακατεύοντας βούτυρα λούρπακ, αλατισμένα και ανάλατα, μπαχαρικά, κρέμες γάλακτος, λιπαρούς ζωμούς κρεάτων, ψίχα πατάτας και κριτσανιστή μαύρη ζάχαρη; Κανείς δε θα μπορούσε ποτέ των ποτών να κατανοήσει την αυτοκρατορικότητα που βρίσκεται έμφυτη σε ένα πλούσιο φαγητό, το μεγαλείο του λίπους, των λαδιών κι ελαίων, των παχύσαρκων ολοστρόγγυλων μπράτσων της, το βαρύ τρέμουλο του πάχους στην κοιλιά της καθώς ανέβαινε τα σκαλιά, και την έκσταση που μια αχνιστή αλφρέντο προκαλούσε στους γευστικούς της θύλακες, καθώς γλυστρούσε στη γλώσσα της κι από εκεί στη σπηλιά του θεόρατων εντέρων της. Μια τεράστια ποσότητα οποιουδήποτε νόστιμου φαγητού ήταν το μοναδικό πράγμα που επιθυμούσε για να βρεθεί στον έβδομο ουρανό, ανεπηρέαστη κι αλώβωτη από την κακία, το χλευασμό και τις επιθέσεις των άλλων. Η Βαρσανουφία αισθανόταν λύπη για αυτούς, ήταν μίζεροι και δυστυχισμένοι δίχως να το γνωρίζουν, μα εκείνη μπορούσε να το δει ξεκάθαρα στο περίγραμμα των χειλιών τους όταν πετούσαν τη μια προσβολή μετά την άλλη.  Η ιδέα του μοναστηριού δεν ήταν καθόλου άσχημη. Θα έμενε όλη μέρα κλεισμένη σε ένα κελί, θα μάθαινε να  λέει είκοσι διαφορετικές προσευχές, θα έτρωγε, θα ξανάτρωγε και θα έπεφτε για ύπνο.  Ο μόνος της δισταγμός, είχε να κάνει με το μοναστηριακό φαγητό. Που θα έβρισκε τις ποσότητες φαγητού που ήθελε μέσα σ’ένα μοναστήρι; Να αρχίζει να τρώει τις καλόγριες όπως της πρότεινε η μητέρα της; Δε θα είχε πρόβλημα να το κάνει, εξάλλου χαμένα κορμιά ήταν οι περισσότερες, αλλά ήταν στεγνές και μαραμένες σαν αποξηραμένα δαμάσκηνα. Για αυτό κι έθεσε ένα όρο. «Θα πάω στο μοναστήρι. Αφού δε θέλετε να με βλέπετε, δε θέλω ούτε εγώ να σας βλέπω. Αλλά θα πάω μόνο με μια συμφωνία.»


Κι έτσι μαζί με την παχυλή δωρεά που δόθηκε στη μονή ώστε να την πείσουν να δεχθεί το θωρηκτό Βαρσανουφία, υπογράφηκε και ιδιωτική συμφωνία καθημερινού εφοδιασμού της μονής με ξεχωριστές μερίδες φαγητού ειδικά μαγειρεμένες για το τέρας της μονής. Η ηγουμένη Πληβεία δεν είδε με καλό μάτι αυτή τη συμφωνία αλλά ούτε ήθελε ούτε μπορούσε να κάνει πίσω. Για αυτό και  μίσησε από το πρώτο λεπτό τη Βαρσανουφία. Την οικονομική της επιφάνεια, τη φλύαρη οικογένειά της, το ελαφρώς γλαρό αριστερό μάτι της Βαρσανουφίας, το λίπος που έπνιγε ως και τα νύχια των χεριών της, το γεγονός ότι κατασκευάσθηκε ειδική τουαλέττα για το κήτος, και τα κρυφά δρομολόγια της εταιρείας κέιτερινκγ από τις πίσω πόρτες της μονής.



συνεχίζεται
το προηγούμενο μέρος εδώ

image: Mary Reid Kelley- typo detail added by me




Jul 9, 2019

Θωρηκτό Βαρσανουφία


Ποτέ της δεν τη συμπάθησε. Κι αν ήθελε να είναι ειλικρινής με τον εαυτό της, τη μισούσε. Μόλις την έβλεπε να μπαίνει στην τραπεζαρία με εκείνο το αυτάρεσκο ύφος και τα απαίσια μακριά γιλέκα της, ήθελε να ορμήσει επάνω της, να τη ρίξει στο πάτωμα και να της γρατζουνάει τα μάγουλα μέχρι να της τα σκίσει και να μη μείνει καθόλου δέρμα στο πρόσωπό της. «Ηλίθια αγελάδα,» ψιθύριζε μέσα από τα δόντια της.

Κι η άλλη ήταν λες κι επιδίωκε όλο αυτό το μίσος. Η πρώτη της δουλειά μόλις τελείωνε την προσευχή και πρόσταζε να ξεκινήσει το πρωϊνό ήταν να της κάνει παρατήρηση: “Αδελφή Βαρσανουφία, τρώτε σαν ζώο, μήπως είστε ζώο;». Οι άλλες μοναχές προσπαθούσαν να κρατήσουν τα γέλια τους κι η Βαρσανουφία γινόταν κατακόκκινη. Όχι από ντροπή ή αμηχανία αλλά από το μίσος που έβραζε μέσα της. Γνώριζε πως δεν μπορούσε να μιλήσει, γνώριζε πως έπρεπε να υποφέρει τα πάνδεινα για να δείξει πως είναι ανεκτική, ταπεινή κι ευγνωμονούσα για την ευκαιρία που της δόθηκε να τη δεχθούν σε αυτή τη συγκεκριμένη μονή.

«Αδελφή Βαρσανουφία, τι κοιλιά είναι αυτή; Οσονούπω θα σκάσει να φανταστώ; Φροντίστε να μη σκάσει κοντά μου τουλάχιστον.»

«Αδελφή Βαρσανουφία, σα να είστε λίγο χλωμή σήμερα, δεν κοιμηθήκατε καλά; Ξερνούσατε από το πολύ φαϊ πάλι;»

«Αδελφή Βαρσανουφία, δεν ξέρω αν σας το έχουν ξαναπεί, αλλά δεν είναι εύκολο να σας συμπαθήσει άνθρωπος, μοιάζετε λίγο σα μαϊμού. Σα τη μαϊμού του Κωλέττη θα έλεγα. Τη γνωρίζετε τη μαϊμού του Κωλέττη;»

Η Βαρσανουφία έγνεφε όχι με το ζόρι, ενώ φανταζόταν να τη πνίγει μέσα σε καυτό νερό.
«Αααα, τι κρίμα, ήταν μια κακάσχημη μαϊμου, ακριβώς σαν εσάς.»

Μια φορά τόλμησε και τη ρώτησε γιατί της φέρεται με τέτοιο τρόπο, γιατί της μιλάει τόσο άσχημα. Αμέσως η ηγουμένη φρόντισε με τις υψηλές γνωριμίες της να τη διώξει εκτός μονής για ένα μήνα την άλλη κιόλας ημέρα. Η Βαρσανουφία θα τρελλαινόταν. Δεν ήξερε τι να κάνει και που αλλού να πάει. Πέρασε τριάντα μαρτυρικές ημέρες στο πατρικό της σπίτι με τη μητέρα της να της φέρεται το ίδιο και χειρότερα.

«Χριστέ μου ήρθε πάλι το θωρηκτό στο σπίτι. Ούτε στο μοναστήρι την άντεξαν, φαντάζομαι θα ήθελε να φάει όλες τις μοναχές», σταματούσε λίγο για να ξεκαρδιστεί και μετά συνέχιζε φέρνοντας το καλώδιο του τηλεφώνου γύρους στο δάχτυλό της.

«Μα ναι σου λεω, θα μείνει εδώ για ένα μήνα, δεν ξέρω πως θα αντέξω, είμαι μάνα της, δεν πρέπει να τα λέω αυτά, αλλά εδώ πρόκειται για ζωο, κι όχι για άνθρωπο. Γέννησα ένα κτήνος, ευτυχώς Θε μου που εχω τα άλλα μου παιδιά, τα υπέροχα τρία μου παιδιά, να μη νοιώθω τη ντροπή τόσο μεγάλη. Ξέρεις τι μου είπε μόλις ήρθε; Σε μισώ αλλά δεν έχω που αλλού να μείνω, οπότε θα με ανεχτείς και θα σε ανεχτώ θες δε θες. Θα ευχόμουν να την πατούσε κανα λεωφορείο ή φορτηγό αν δεν ήταν τόσο μεγάλη αμαρτία.»


Η Βαρσανουφία στεκόταν ανάμεσα στην πόρτα της κουζίνας και της τραπεζαρίας, δίχως να αναπνέει για να ακούει καλύτερα, δεν ήθελε να χάσει λέξη από το υβρεολόγιο εναντίον της. Ο τρόπος με τον οποίο η μητέρα της εκστόμιζε κάθε βρισιά και προσβολή ήταν σα να της έδινε μια κρυφή, θεσπέσια ικανοποίηση. Άλλη κόρη στη θέση της θα είχε επαναστατήσει, θα είχε κατεβάσει αγίους, καντήλια και τοίχους, θα είχε κάψει το σπίτι  ουρλιάζοντας, μαζί με όλη την οικογένεια μέσα. Η Βαρσανουφία όμως έφερε το βάρος των 260 κιλών της κι ένα τέτοιο βάρος σε αναγκάζει να μην μπορείς να πας πουθενά, κολλάει τα πόδια σου στο πάτωμα και σφηνώνει τα χέρια σου στα κασώματα. Είχε τρία γιγαντιαίων διαστάσεων προγούλια που φούσκωναν σαν υπερφυσικό λειρί κάτω από το κεφάλι της, δίνοντάς της πολλές φορές μια έκφραση μοχθηρή κι αλλόκοτη. Τα χείλη της έσφιγγαν κι εξαφανίζονταν εντελώς, βαθιά μες στις πτυχές του συσσωρευμένου λίπους του προσώπου, δίνοντάς της μια όψη τρομερή. Αυτή ήταν συνήθως η μοναδική της αντίδραση όταν τη φώναζαν Όρκα ή ιπποπόταμο.

Στα 18 της η μόνη λύση ήταν να τη δώσουν σ’ ένα μοναστήρι για να μη τη βλέπει κανείς. «Συμφωνείς Διάνα πουλάκι μου;» την είχε ρωτήσει η μητέρα της πριν την κλείσει μέσα κι αλλάξει το κοσμικό της όνομά. «Τι πουλάκι μου δηλαδή που κι ένα ολόκληρο σμήνος πτερόσαυρων ζυγίζει λιγότερο από εσένα. Μίλα επιτέλους, συμφωνείς;»

Η Βαρσανουφία δε μιλούσε, δεν ήξερε τι να πει, και στη θάλασσα να της έλεγαν ότι θα την πετούσαν γιατί δεν ξέρουν τι να την κάνουν δε θα έλεγε κάτι. Δεν ήξερε κι η ίδια τι να κάνει με τον τεράστιο εαυτό της. «Αχ θα με σκάσει αυτό το παιδί. Τόφαλος στο σώμα, τόφαλος και στο μυαλό! Λοιπόν άκου να δεις, η θεία Αρλέττα έφτιαξε μια μικρή λίστα μοναστηριών που θα μπορούσαν να σε δεχτούν αν είναι αρκετά ευσπλαχνικά. Εννοείται θα πρέπει να κάνουμε μια γενναία δωρεά, αλλά το θέμα θα τακτοποιηθεί γρήγορα έτσι. Εκεί θα είσαι μια χαρά. Ανθρώπου μάτι δε θα σε βλέπει. Αυτό δε θέλεις; Αυτό δε θέλουμε όλοι;»

Η Βαρσανουφία ένευσε νωχελικά. «Κι όσο για το φαϊ μην ανησυχείς, το πολύ πολύ αν πεινάς να φας καμία ηγουμένη, καμιά καλόγρια, κανά προμηθευτή.» Το αστείο ήταν φοβερό. Η μαμά είχε σκάσει στα γέλια μαζί με τη θεία Αρλέττα. Η θεία Αρλέττα ήταν μια πόρνη ολκής. Δεν ξέρει γιατί το σκέφτηκε και το ξεστόμισε εκείνη ακριβώς τη στιγμή. «Είσαι πόρνη θεία Αρλέττα, στο σχολείο όλοι αυτό έλεγαν. Πως μόνο με τα κάγκελα του δημοτικού κήπου δεν το έχεις κάνει ακόμη.»

image: photo of an asylum patient, details added by me




συνεχίζεται

Jun 20, 2019

freakish tale

written in 1989 
part 1





Κάποτε-στα αλήθεια πολύ παλιά- ήταν ένα μικρό κορίτσι που του άρεσαν πολύ,μα πάρα πολύ, τα μικροσκοπικά μπλε άλογα.
Φυσικά ήταν πολύ δύσκολο να βρεθεί κάποιο μπλε άλογο και μάλιστα μικροσκοπικό.Μόνο άσπρα και μαύρα υπήρχαν-άντε και κανά καφετί- για αυτό κι οι γονείς της της παρήγγειλαν ένα μπλε ,ειδικά από έναν Κινέζο μάγο.Όσο και να φαίνεται περίεργο υπάρχουν και σήμερα Κινέζοι μάγοι,μόνο που είναι λιγοστοί και πρέπει να ξέρεις καλά τα κυκλωματά τους για να τους βρεις.


Εγώ ήμουν αυτή που καθοδήγησε τους γονείς της μικρής κι έτσι μπορώ να σας δώσω πληροφορίες για αυτήν την παράξενη ιστορία από πρώτο χέρι.

May 18, 2019

Η βαλίτσα



Ήμουν από τους πρώτους που αγόρασαν την αυτοκινούμενη χειραποσκευή.

Jul 30, 2018

Γεννήθηκα άσχημος 3


Το σχολείο υπήρξε μια εμπειρία μοναδική για μένα. Το γεγονός ότι έγινα το επίσημο σκιάχτρο της τάξης σε περιπτώσεις που ήθελαν να τρομάξουν μια αντίπαλη τάξη ή να τιμωρήσουν κάποιον, ακόμα και για να πιάνουν προνομιακές θέσεις στην ετήσια σύναξη των τοπικών σχολείων ήταν ένας προσωπικός θρίαμβος για μένα.

Apr 24, 2018

Τα κλειδιά της ευτυχίας


(a)


Ήταν δύστροπος. Με θυσανωτά φρύδια και στριφτό το επάνω χείλος σα να είχε μόλις δει κάτι τρομερά αηδιαστικό. Η μύτη του κυρτή με ένα χαρακτηριστικό εξόγκωμα στην κορυφή της. Το ίδιο ακριβώς εξόγκωμα έφεραν όλοι οι άντρες της οικογενείας.

Feb 4, 2018

Οι ρίζες που πετούν

«Χαλάρωσε επιτέλους. Το χιόνι σε κάνει να παραληρείς. Δεν υπάρχει καμία γκιλοτίνα στον κήπο. Καρφί στο τσάι; Τώρα βλέπεις και καρφιά;» Ο Αρλό βούτηξε τα δάχτυλα του στο τσάι και έβγαλε ένα τεράστιο καρφί από μέσα. 

Jan 28, 2018

Ο καύσωνας



«Θε μου τι ζέστη», έλεγε κάθε λίγο και λιγάκι, διώχνοντας με το χέρι της κάποιο ζουζούνι που προσγειωνόταν στο μπράτσο ή στο φουστάνι της. Η Έμμα ήταν σύζυγος βουλευτή, μεγαλωμένη με το χρυσό κουτάλι στο στόμα. Εκπληκτικής ομορφιάς, με επιδερμίδα αλαβάστρινη, μακριές βλεφαρίδες και όλη τη συλλογή του Hermes από φουλάρια να κοσμούν την κρεβατοκαμάρά της πεταμένα σε διάφορες μεριές.

Jan 1, 2018

Η τρύπα με τις κατσαρίδες




Το ατύχημα ήταν τρομερό. Το παλιό φορτηγάκι λοξοδρόμησε για λίγο, ο δρόμος δίπλα στην οικοδομή άνοιξε σα χαρτί κι αυτό ήταν.

Aug 6, 2017

Γεννήθηκα άσχημος 2



Από τη στιγμή που άρχισα να περπατάω, άλλο ένα ζήτημα προέκυψε για τον Πικάριο. Ο υιοθετημένος γιος του λιποθυμούσε στα καλά καθούμενα. Κάποιο πρόβλημα που είχα κληρονομήσει από τους πραγματικούς γονείς μου, με έριχνε κάτω στα ξαφνικά.

Jul 20, 2017

Γεννήθηκα άσχημος 1


Γεννήθηκα άσχημος. Οι νοσοκόμες μόρφαζαν με απέχθεια κάθε φορά που πλησίαζαν στο κρεβατάκι μου. Η μητέρα μου με μίσησε. Δύο εβδομάδες μετά τη γέννησή μου με εγκατέλειψε στις όχθες ενός ποταμού. Είχα λαιμό καμηλοπάρδαλης, κεφάλι ποντικού, μαλλιά λέοντα και φωνή κόρακα που τρόμαζε όσους την άκουγαν.

Jun 29, 2017

Σεπτέμβρης

«Δε σκοτώνουμε τα δέντρα. Τα αφήνουμε να πεθάνουν μόνα τους» ήταν το μόνο πράγμα που μου είπε η μητέρα μου κατά τη διάρκεια της κηδείας όταν με έσφιξε επάνω στα μαύρα ρούχα της. Η μητέρα μου ήταν πάντα απόμακρη και απούσα. Μου έλειπε ακόμα και όταν βρισκόμασταν στο ίδιο δωμάτιο.

Θωρηκτό Βαρσανουφία 2

Η Αρλέττα δεν ταράχτηκε. Ήταν μαθημένη σε τέτοιου είδους επιθέσεις. Και δεν την ενδιέφεραν καθόλου. Αυτή περνούσε καλά, διασκέδαζε ...